Δεν πρόλαβε να αποχαιρετήσει τον Ντόναλντ Τραμπ ο κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ και ετοιμάζεται αύριο να υποδεχθεί στο Πεκίνο τον ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν «για να ενισχύσουν περαιτέρω τη στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών», όπως αναφέρει ανακοίνωση του Κρεμλίνου.
Παρότι ο Τραμπ και ο Σι προώθησαν αρκετές ευρείες εμπορικές συμφωνίες, φάνηκε να σημειώνουν μικρή δημόσια πρόοδο σε βασικά σημεία που σχετίζονται με την Ταϊβάν ή τον πόλεμο ΗΠΑ – Ισραήλ κατά του Ιράν. Αναφέρθηκαν επίσης στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας, στον οποίο η Κίνα είναι επίσημα ουδέτερη και ο Σι έχει παρουσιαστεί ως μεσολαβητής. Ωστόσο, η συμμαχία «χωρίς όρια» του Σι με τον Πούτιν – που ανακοινώθηκε λίγο πριν από την πλήρη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 – έχει υπονομεύσει αυτή τη στάση.
Με τα μάτια στις εξελίξεις στο Πεκίνο, ο πρόεδρος Τραμπ επέστρεψε στην Ουάσιγκτον, όπου όπως όλα δείχνουν ένα από τα βασικά θέματα που θα τον απασχολήσει θα είναι οι εξελίξεις στην Κούβα. Οπως σημειώνει η El Pais, η αμερικανική κυβέρνηση είναι έτοιμη να επαναλάβει το εγχειρίδιο της Βενεζουέλας προκειμένου να επιβάλει αλλαγές στο νησί της Καραϊβικής.
Μάλιστα, οι πληροφορίες ότι οι αμερικανικές Αρχές εξετάζουν την προσαγωγή σε δίκη του 94χρονου πρώην προέδρου της Κούβας, Ραούλ Κάστρο, θυμίζουν τη διαδικασία που ακολουθήθηκε πριν από την απαγωγή και σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα. Η πιθανή δίωξη αφορά την κατάρριψη το 1996, αεροσκαφών που ανήκαν σε οργάνωση αντικαστρικών εξορίστων.
Εν τω μεταξύ, δημοσίευμα της ιστοσελίδας Axios δημιουργεί ανησυχία, καθώς αναφέρει ότι η Αβάνα έχει αποκτήσει περισσότερα από 300 στρατιωτικά drones και πρόσφατα άρχισε να συζητά σχέδια για τη χρήση τους για την επίθεση στην αμερικανική βάση στον κόλπο του Γκουαντάναμο, σε αμερικανικά στρατιωτικά πλοία και ενδεχομένως στο Κι Γουέστ της Φλόριντα, 90 μίλια βόρεια της Αβάνας. Οι πληροφορίες – οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρόσχημα για στρατιωτική δράση των ΗΠΑ – δείχνουν τον βαθμό στον οποίο η κυβέρνηση Τραμπ βλέπει την Κούβα ως απειλή λόγω των εξελίξεων στον πόλεμο με drones και την παρουσία ιρανών στρατιωτικών συμβούλων στην Αβάνα, δήλωσε ανώτερος αμερικανός αξιωματούχος.
Ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ παρουσίασε στο πρόσφατο ταξίδι του στην Αβάνα απαιτήσεις παρόμοιες με εκείνες που είχε θέσει στο Καράκας τον Ιανουάριο. Τις παρουσίασε στη συνάντηση που είχε με τον κουβανό ομόλογό του Ραμόν Ρομέρο Κουρμπέλο, τον υπουργό Εσωτερικών της Κούβας Λάζαρο Κάσας και τον εγγονό του Ραούλ Κάστρο, Ραούλ Ροντρίγκες Κάστρο. Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε εν μέσω λαϊκών διαμαρτυριών και σαρωτικών διακοπών ρεύματος, καθώς τα τελευταία εναπομείναντα αποθέματα καυσίμων του νησιού είχαν εξαντληθεί.
Σύμφωνα με τους «New York Times», ο Ράτκλιφ μετέφερε στην Κούβα το μήνυμα ότι οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της επιδεινούμενης κρίσης του νησιού με μια προσφορά ύψους 100 εκατομμυρίων δολαρίων, σε ανθρωπιστική βοήθεια. Αλλά αυτή η βοήθεια δεν είναι άνευ όρων: η κυβέρνηση Τραμπ απαιτεί «θεμελιώδεις αλλαγές» για να «αντιμετωπιστούν σοβαρά τα οικονομικά ζητήματα και τα ζητήματα ασφαλείας» – τα οποία επιδεινώθηκαν λόγω των αυστηρότατων κυρώσεων και τον ενεργειακό αποκλεισμό που έχει επιβάλει η Ουάσιγκτον – υπενθυμίζοντας ότι ο Τραμπ έχει αρχίσει να γίνεται ανυπόμονος για την έλλειψη προόδου.
Η CIA δεν έχει παράσχει λεπτομέρειες σχετικά με τα συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να λάβει η Αβάνα. Αλλά από τη δήλωση που κυκλοφόρησε μέσω των εκπροσώπων της, είναι σαφές ότι η Ουάσιγκτον αναμένει οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Και ότι η Κούβα δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως «ασφαλές καταφύγιο» για τους «αντιπάλους» των ΗΠΑ «στο Δυτικό Ημισφαίριο», τον όρο που χρησιμοποιεί ο Λευκός Οίκος για να αναφερθεί στην Αμερική.
Ο Ράτκλιφ είναι από πιο στενούς συνεργάτες του Τραμπ, έχοντας προηγουμένως υπηρετήσει ως διευθυντής Εθνικών Πληροφοριών κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Ρεπουμπλικανού προέδρου. Η πιο πρόσφατη γνωστή ατομική του αποστολή ήταν το ταξίδι του στη Βενεζουέλα τον Ιανουάριο, καθώς ήταν ο αμερικανός αξιωματούχος που είναι γνωστό ότι συναντήθηκε με την υπηρεσιακή πρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκες. Και τότε, όπως τώρα στην Κούβα, το καθήκον του ήταν να καταστήσει τη θέση του Λευκού Οίκου ξεκάθαρη: εάν η Ροντρίγκες ακολουθούσε τις οδηγίες της Ουάσιγκτον κατά γράμμα, θα παρέμενε στην εξουσία και η κυβέρνηση Τραμπ θα συνεργαζόταν μαζί της.







