Η δημογραφική κατάρρευση που χαρακτηρίζει την εποχή μας επιταχύνεται και εξαπλώνεται σε όλο και περισσότερες περιοχές. Στα δύο τρίτα και πλέον των 195 χωρών του κόσμου, ο μέσος αριθμός παιδιών που αποκτά κάθε γυναίκα έχει πέσει κάτω από το «όριο αναπλήρωσης» των 2,1 παιδιών που απαιτούνται για να διατηρηθεί σταθερός ένας πληθυσμός χωρίς μετανάστευση. Σε 66 χώρες, ο μέσος όρος βρίσκεται πλέον πιο κοντά στο ένα παιδί παρά στα δύο – στην Ελλάδα, πλησιάζει τα 1,2.

Σε άλλες χώρες, ο πιο συχνός αριθμός παιδιών ανά γυναίκα είναι μηδέν. Κι ενώ μέχρι πρόσφατα το φαινόμενο αυτό αφορούσε κυρίως τις πλούσιες χώρες, πολλές αναπτυσσόμενες χώρες έχουν πλέον λιγότερες γεννήσεις, αναλογικά, από πολύ πλουσιότερες οικονομίες.

Οπως γράφουν χαρακτηριστικά οι «Financial Times», που μελέτησαν το θέμα, οι χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος γερνούν πριν προλάβουν να πλουτίσουν. Γιατί όμως συμβαίνουν όλα αυτά; Παρότι πολλοί παράγοντες συμβάλλουν στην πτώση των δεικτών γεννητικότητας, η πιο πρόσφατη βουτιά, η αισθητή επιτάχυνση της τελευταίας δεκαετίας, μοιάζει να συνδέεται με τη χρήση της τεχνολογίας.

Οι δείκτες γεννητικότητας συχνά καταρρέουν παρά τις επιθυμίες των ίδιων των ανθρώπων. Οι περισσότεροι νέοι άνδρες και γυναίκες εξακολουθούν να δηλώνουν ότι επιθυμούν περίπου δύο παιδιά – ακόμη και στη Νότια Κορέα, όπου οι περισσότερες γυναίκες πλέον δεν αποκτούν κανένα. Κι ενώ τις προηγούμενες δεκαετίες η πτώση των δεικτών γονιμότητας παγκοσμίως οφειλόταν στο ότι τα ζευγάρια έκαναν λιγότερα παιδιά, σήμερα ο βασικός λόγος είναι ότι υπάρχουν λιγότερα ζευγάρια.

Οπως σημειώνουν οι «Financial Times», αν τα ποσοστά γάμου και συγκατοίκησης στις ΗΠΑ είχαν παραμείνει σταθερά την τελευταία δεκαετία, ο συνολικός δείκτης γεννητικότητας της χώρας θα ήταν σήμερα υψηλότερος απ’ ό,τι πριν από 10 χρόνια. Μια πρωτοποριακή μελέτη του δημογράφου Στίβεν Σόου δείχνει ότι στις ΗΠΑ και στις περισσότερες χώρες υψηλού εισοδήματος ο αριθμός των παιδιών που αποκτούν όσες γυναίκες τεκνοποιούν παραμένει σταθερός ή ακόμη και αυξάνεται. Ωστόσο, το ποσοστό των γυναικών που αποκτούν έστω ένα παιδί έχει μειωθεί απότομα τα τελευταία 15 χρόνια.

Πολλοί άνθρωποι επιλέγουν πράγματι συνειδητά μια ζωή χωρίς παιδιά. Ομως τα δεδομένα δείχνουν ότι σε ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο ο αριθμός των ανθρώπων που βρίσκουν σύντροφο και αποκτούν παιδιά μειώνεται, παρά τις προθέσεις. Η τάση αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη στους οικονομικά ασθενέστερους και συνοδεύεται από αυξανόμενη μοναξιά και δυσκολίες στις σχέσεις.

Σε αρκετές πλούσιες χώρες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ και η Βρετανία, ένα σημαντικό εμπόδιο στη δημιουργία οικογένειας τις τελευταίες δεκαετίες είναι η στέγαση. Από μόνο του, ωστόσο, το πρόβλημα αυτό αδυνατεί να εξηγήσει την πιο πρόσφατη, απότομη πτώση της γεννητικότητας ή την παγκόσμια έκτασή της. Στις σκανδιναβικές χώρες, για παράδειγμα, η γεννητικότητα έχει μειωθεί παρά τη σχετική οικονομική σταθερότητα και την αύξηση των νέων που ζουν μόνοι τους. Ακόμη και όταν τα ζευγάρια μπορούν να αντέξουν οικονομικά να μετακομίσουν σε δικό τους σπίτι, ολοένα και συχνότερα χωρίζουν. Σε αρκετές χώρες, όσοι συγκατοικούν είναι πλέον πιθανότερο να χωρίσουν παρά να αποκτήσουν παιδί.

Γενικότερα, οι οικονομικοί παράγοντες δεν αρκούν ως πειστικές εξηγήσεις. Η πρόσφατη δημογραφική υποχώρηση καταγράφεται τόσο σε χώρες που πλήγηκαν έντονα από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση όσο και σε άλλες που έμειναν σχεδόν ανεπηρέαστες, όπως επίσης τόσο στη βραδέως αναπτυσσόμενη Δυτική Ευρώπη όσο και στην ταχέως αναπτυσσόμενη Μέση Ανατολή και τη Νοτιοανατολική Ασία.

Πολλοί αποδίδουν την τάση στην οικονομική ανασφάλεια των νέων ενηλίκων. Ομως, παρότι τα εισοδήματα των νέων κορυφώνονται σε μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες και η σχετική οικονομική τους θέση έχει επιδεινωθεί, πρόκειται για σταδιακές μεταβολές που δεν συνάδουν με μια τόσο απότομη πτώση.

Αφού λοιπόν οι καθαρά οικονομικές ερμηνείες δεν επαρκούν, οι ερευνητές αρχίζουν να στρέφουν το βλέμμα τους σε έναν νέο παράγοντα: τις ψηφιακές συσκευές και πλατφόρμες, που παίζουν δυσανάλογα μεγάλο ρόλο στη ζωή των νέων παγκοσμίως. Ο Νέιθαν Χάντσον και ο Ερνάν Μοσκόσο Μποέδο, ερευνητές στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι, δημοσίευσαν τον περασμένο μήνα μια μελέτη που εξετάζει τους δείκτες γεννητικότητας μέσα από το πρίσμα της ανάπτυξης των δικτύων κινητής τηλεφωνίας 4G στις ΗΠΑ και τη Βρετανία: ο αριθμός των γεννήσεων μειώθηκε πρώτα και ταχύτερα στις περιοχές που απέκτησαν νωρίτερα πρόσβαση σε γρήγορο Ιντερνετ στο κινητό.

Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι τα smartphones έχουν μετασχηματίσει τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι περνούν χρόνο μαζί, μειώνοντας απότομα τις διά ζώσης κοινωνικές επαφές. O χρόνος που καταλαμβάνουν ειδικά τα social media – καθώς και οι αξίες και οι τρόποι ζωής που προβάλλουν – έχουν δυσκολέψει τη δημιουργία δεσμευτικών σχέσεων από τους νέους. Η ανάλυση των «FT» (βλ. γράφημα) επιβεβαιώνει πως, στη μία χώρα μετά την άλλη, οι δείκτες γεννητικότητας κατέρρευσαν μετά την εξάπλωση των smartphones, ανεξάρτητα από την προηγούμενη πορεία τους. Μάλιστα, όσο νεότερη η ηλικιακή ομάδα και όσο πιο παραδοσιακή μια κουλτούρα ως προς τους έμφυλους ρόλους, τόσο πιο έντονη η πτώση.

Τι πρέπει όμως να γίνει για να αντιμετωπιστούν τάσεις τόσο βαθιά ενσωματωμένες στον σύγχρονο τρόπο ζωής; Τρόπος να «εξαφανιστούν» τα κινητά τηλέφωνα προφανώς δεν υπάρχει. Υπάρχουν, αντίθετα, ισχυρές ενδείξεις ότι η παροχή ασφαλούς και κατάλληλης στέγης σε νεαρά ζευγάρια όπως και τα γενναιόδωρα οικονομικά κίνητρα αυξάνουν την πιθανότητα να δημιουργήσουν οικογένεια.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail