Δύο κορίτσια 17 ετών πήδηξαν από την ταράτσα της πολυώροφης οικοδομής που ζούσαν, με αποτέλεσμα να βρουν τον θάνατο. Φορούσαν ακουστικά. Το ένα άφησε μία επιστολή προς τους γονείς του. Τους έγραφε: «Μαμά και μπαμπά, τρία χρόνια τώρα είμαι σε μια κατάσταση κατάθλιψης. Και μπορεί αυτός ο κόσμος να έχει τα ωραία του, αλλά ίσως ένας άλλος κόσμος να είναι καλύτερος. Φέτος είναι η χρονιά που θα δώσω πανελλήνιες εξετάσεις, αλλά φοβάμαι ότι δεν θα πάω καλά. Το ξέρω ότι δεν θα πάω καλά. Κι έτσι θα καταλήξω με μια δουλειά που δεν θα μου δίνει λεφτά. Πλέον δεν με ευχαριστεί τίποτα από τη ζωή. Δεν μπορώ να δω τίποτα θετικό. Μαμά και μπαμπά, δεν θέλω πια να ζω. Αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα» («ΤΑ ΝΕΑ» της 13.05.2026).

Το άλλο κορίτσι δεν άφησε επιστολή. Ομως η κοινή απόφαση να πεθάνουν, που δεν ήταν της στιγμής, αποκαλύπτει ότι είχε προηγηθεί όμοια ψυχολογική συντριβή, όμοια νοητική επεξεργασία της, όμοιο τελετουργικό. Ο επιθανάτιος σπαραγμός των δύο κοριτσιών δεν πρέπει να περάσει έτσι. Τα όσα, με λίγες λέξεις, κατάφερε το αθώο πλάσμα να ζωγραφίσει ως σκληρή πραγματικότητα δεν πρέπει να πάνε χαμένα.

Οσοι – και είναι πολλοί – από τους γονείς, μέχρι τους εκπαιδευτικούς, τους ψυχολόγους και τους λαμβάνοντες αποφάσεις πρέπει να προβληματιστούν, να αισθανθούν, να κατανοήσουν και να πράξουν. Αλλά ας δούμε το περιεχόμενο της σπαρακτικής κραυγής προ του επερχόμενου θανάτου: «Τρία χρόνια τώρα είμαι σε μια κατάσταση κατάθλιψης». Τρία χρόνια, λοιπόν, το άμοιρο πλάσμα ζούσε σε μια έντονη μορφή θλίψης (κατάθλιψη). Το πώς και πότε ξεκίνησε η απλή θλίψη μέχρι να γίνει κατάθλιψη δεν γνωρίζουμε και δεν θα το μάθουμε ποτέ. Αλλά οι φράσεις της επιστολής «Πλέον δεν με ευχαριστεί τίποτα στη ζωή… Δεν μπορώ να δω τίποτα θετικό… Αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα» τα λένε όλα.

Στα 17 της χρόνια είχε ήδη σταθμίσει τη ζωή που έβλεπε να την περιμένει, με όλη τη πικρία, την απορία, τη σκληρότητα, τη βία, τον άκρατο υλισμό, την έλλειψη της ομορφιάς, την έλλειψη της αγάπης, την έλλειψη της τρυφερότητας, την πλησμονή της κακίας, του μίσους, της αμαρτίας σε όλες της τις μορφές και πίστεψε ότι δεν μπορούσε να ζήσει μαζί τους. Γι’ αυτό και φόρεσε ακουστικά, όχι μόνο να μην ακούει τους γήινους θορύβους, αλλά στα λίγα δευτερόλεπτα που θα έφτανε στη σκληρή γη ήθελε να ακούει τη μουσική που αγαπούσε και να μη νιώθει αυτά που την έκαναν να αφήσει τη ζωή που περιφρονούσε. «Μαμά και μπαμπά, δεν θέλω πια να ζω. Αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα». Η απόφαση που πάρθηκε και εκτελέστηκε αναδεικνύεται μέσα από αυτή τη φράση σε όλη τη σκληρότητα και το μεγαλείο της, περιέχει όλη τη σοφία της εκτιμήσεως του κόσμου που ζούμε, αλλά και την ακεραιότητα και ωριμότητα μιας ανήλικης εισαγγελέως και το «κατηγορώ» της κατά της εγκληματικής κοινωνίας που αμάρτησε κι εξακολουθεί να αμαρτάνει.

Ο Λουκάς Λυμπερόπουλος είναι επίτιμος αρεοπαγίτης, Δρ Ν.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail