Από τον Κεραμεικό μέχρι την Ελευσίνα, η διαδρομή κουβαλάει αιώνες μνήμης, μύθων κι ανθρώπινων ιστοριών. Αυτά τα στοιχεία αναδεικνύει στο ντοκιμαντέρ της «Ιερά Οδός, 21 χλμ.» η σκηνοθέτρια Νικολέτα Παράσχη, η οποία μέσα από την κάμερά της μετατρέπει έναν δρόμο που σήμερα μοιάζει αθέατος, σ’ έναν ζωντανό καθρέφτη της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Μετά τη διεθνή του πρεμιέρα στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, το φιλμ ξεκινάει το ταξίδι του στις ελληνικές αίθουσες, καλώντας το κοινό να ξαναδεί την πιο παλιά Ιερά Οδό του κόσμου όχι μόνο ως τόπο αλλά ως εμπειρία. Με έντονα προσωπικό βλέμμα, η δημιουργός αναζητάει μέσα από καθημερινές διαδρομές, το ιερό που ίσως εξακολουθεί να επιμένει μέσα στον θόρυβο της πόλης.
Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να ακολουθήσετε τη διαδρομή από τον Κεραμεικό έως την Ελευσίνα με τη μορφή ενός road movie;
Το εγχείρημα ξεκίνησε από μια απλή αλλά επίμονη περιέργεια: πώς γίνεται ένας δρόμος που υπήρξε τόσο σημαντικός, όχι μόνο στην αρχαιότητα αλλά και μέχρι το σχετικά πρόσφατο παρελθόν, σήμερα να έχει καταστεί σχεδόν αόρατος; Να τον διασχίζουμε καθημερινά χωρίς πραγματικά να τον «βλέπουμε» και χωρίς να αντιλαμβανόμαστε το ιστορικό και συμβολικό του βάρος. Η μορφή του road movie προέκυψε σχεδόν οργανικά, γιατί η ίδια η διαδρομή λειτουργούσε σαν ένας συνεχής διάλογος ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, ανάμεσα στους ανθρώπους, τους χώρους και τις ιστορίες που συναντούσα στην πορεία.
Σε ποιο βαθμό η προσωπική σας αναζήτηση καθόρισε τη δομή και την αφήγηση της ταινίας;
Η αλήθεια είναι ότι καθ’ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων δεν είχα συνδέσει προσωπικά τον εαυτό μου με τη διαδρομή της Ιεράς Οδού. Την έβλεπα περισσότερο ως έναν εξωτερικό άξονα, έναν δρόμο προς παρατήρηση. Η εσωτερική μετατόπιση προέκυψε στο στάδιο του μοντάζ, καθώς πλησίαζα προς το τέλος. Ηταν μια ανατροπή που δεν την περίμενα, ένιωσα σταδιακά να κλείνει η διαδρομή από τον χώρο προς τα μέσα και να ολοκληρώνεται ταυτόχρονα ως μία προσωπική εμπειρία.
Η αναφορά στον τίτλο «21 χλμ.» παραπέμπει σε μια διαδρομή αλλά και σε μια δοκιμασία αντοχής. Ηταν για εσάς και μια προσωπική διαδρομή μύησης;
Η Ιερά Οδός είναι η πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία, οπότε θα έλεγα πως ναι, ήταν μια προσωπική διαδρομή μύησης σε μια τέχνη με την οποία δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα καταπιανόμουν. Ο κινηματογράφος προέκυψε αναπάντεχα σε μια συγκεκριμένη φάση της ζωής μου, ενώ επαγγελματικά είχα μια άλλη καριέρα, αλλάζοντας τελείως την πορεία μου και χωρίς δεύτερη σκέψη.
Στο ντοκιμαντέρ τίθεται το ερώτημα αν υπάρχει ακόμη κάτι «ιερό» στην Ιερά Οδό. Εσείς, μετά τα γυρίσματα, τι απάντηση δίνετε;
Το ιερό δεν είναι κάτι απτό: βρίσκεται στην αναζήτηση της αρμονίας, σε μια αισθητική που εμπεριέχει και μια ηθική στάση. Σε συλλογικό επίπεδο αυτή η στάση φαίνεται πως έχει εξαφανιστεί, διακρίνεται μόνο σε μοναχικές προσπάθειες ανθρώπων και μειοψηφιών που προσπαθούν να κρατήσουν μια ισορροπία σ’ έναν κόσμο που μεταβάλλεται ανεξέλεγκτα και με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Οι άνθρωποι που μιλούν στην ταινία προέρχονται από πολύ διαφορετικούς κόσμους. Τι κοινό διαπιστώσατε τελικά ότι τους ενώνει;
Ισως είναι ο μοναδικός δρόμος στην Αθήνα όπου συναντά κανείς τέτοια ποικιλομορφία ως προς την ανθρωπογεωγραφία, ένα μωσαϊκό απ’ όλες τις φυλές και τα κοινωνικά στρώματα, όπου όλοι όμως με κάποιον τρόπο καταφέρνουν να συνυπάρχουν. Στη δική μου διαδρομή συνάντησα μικρές κοινότητες, όπως αυτή των ρακοσυλλεκτών, των καλλιτεχνών, των νταλικέρηδων, των ανήσυχων φοιτητών, των θρησκευόμενων, αλλά και μοναχικούς ανθρώπους οι οποίοι όμως, μέσα στην καθημερινότητα της βιοπάλης, έφερναν μία εσωτερική αναζήτηση και μία ανάγκη για ισορροπία. Ακόμη και οι πιο «ακαδημαϊκοί» χαρακτήρες – ένας αρχιτέκτονας τοπίου που σχεδιάζει το μονοπάτι της αρχαίας διαδρομής, ένας συλλέκτης κι ένας ερευνητής σε μια αυτοσχέδια ξενάγηση – είχαν τα χαρακτηριστικά εκείνων των ολίγων που παλεύουν μόνοι τους ν’ αφήσουν κάποιο αποτύπωμα στο πέρασμά τους μ’ ένα θετικό πρόσημο για τον τόπο.
Πόσο σας απασχόλησε η αντίθεση ανάμεσα στην ιστορική μνήμη της διαδρομής και τη σημερινή εικόνα εγκατάλειψης ή αδιαφορίας;
Αυτή η αντίθεση μου κίνησε την περιέργεια και ήταν σίγουρα το βασικό έναυσμα για να ξεκινήσω την ταινία. Το ενδιαφέρον μου εστίασε στο γεγονός ότι μέχρι και τη δεκαετία του ’60 οι διανοούμενοι του κόσμου περπατούσαν ακόμη αυτή τη διαδρομή με μία μυσταγωγική διάθεση, παρότι η τελετουργική της χρήση είχε διακοπεί αιώνες πριν. Και είναι «εντυπωσιακό» το σε πόσο σύντομο χρονικό διάστημα καταφέραμε ν’ αφανίσουμε την ιδεολογική και πνευματική διάσταση που διέτρεχε αυτόν τον δρόμο, παγκόσμιο σύμβολο ομορφιάς, πνεύματος και πολιτισμού.
Η Ιερά Οδός παρουσιάζεται ως ένας τόπος διαρκούς μεταμόρφωσης: από ιερή διαδρομή σε εθνική οδό και σήμερα σε αστικό πέρασμα. Θεωρείτε ότι αυτό αντανακλά και τη μεταμόρφωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας;
Ο χώρος δεν νοείται χωρίς την εκάστοτε κοινωνία που τον βιώνει. Η θέα των μνημείων, των κτιρίων και του ίδιου του τοπίου έχει τη δύναμη να ενεργοποιεί τη συλλογική μνήμη μιας κοινωνίας. Οταν όμως αυτά αλλοιώνονται ή χάνονται, αλλάζει αναπόφευκτα και ο τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε με το παρελθόν μας. Συνεπώς η σημερινή εικόνα της Ιεράς Οδού αντικατοπτρίζει και μια ευρύτερη κοινωνική μετατόπιση: τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε και διαχειριζόμαστε τη μνήμη του χώρου, την ιστορία και την πολιτιστική μας ταυτότητα μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα.
Αν η αρχαία Ιερά Οδός οδηγούσε στα Ελευσίνια Μυστήρια, η σύγχρονη πού οδηγεί;
Η σύγχρονη εκδοχή της θα μπορούσε να μας οδηγήσει σ΄ έναν αναστοχασμό: το ποιοι είμαστε σήμερα, πώς σχετιζόμαστε με τον πολιτισμό που μας κληροδοτήθηκε και τι επιλέγουμε να διασώσουμε ή να αφήσουμε να χαθεί. Ας ελπίσουμε μόνο να επανέλθουν το μέτρο και ο σεβασμός, ώστε να μην επαναληφθούν οι αστοχίες του πρόσφατου παρελθόντος.







