Τα αμύθητα μπάτζετ συχνά προμηνύουν τιτανικές αποτυχίες στην ιστορία του κινηματογράφου (με εξαίρεση, φυσικά, τον Τιτανικό). Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση του Desert Warrior (Ο Πολεμιστής της Ερήμου), μιας σαουδαραβικής υπερπαραγωγής με χολιγουντιανές φιλοδοξίες –και προφανή διάθεση «ξεπλύματος» της εικόνας του αυταρχικού καθεστώτος– η οποία κυριολεκτικά συνετρίβη στο διεθνές box office.

Το φιλμ, το οποίο κόστισε τελικά το αστρονομικό ποσό των 150 εκατομμυρίων δολαρίων, έκανε πρεμιέρα στις 24 Απριλίου στις ΗΠΑ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, δύο αγορές όπου οι επενδυτές προσδοκούσαν υψηλές επιδόσεις. Ωστόσο, η πραγματικότητα ξεπέρασε και τα χειρότερα σενάρια: το πρώτο Σαββατοκύριακο προβολής η ταινία εισέπραξε μόλις 487.848 δολάρια, δηλαδή 300 φορές λιγότερα από το κόστος παραγωγής της.

Η αρχική ιδέα του Άγγλου σκηνοθέτη Ρούπερτ Γουάιατ ήταν μια διασταύρωση ανάμεσα στον Λόρενς της Αραβίας και το Mad Max. Μια επική, τοπική ιστορία της προϊσλαμικής Αραβίας του 7ου αιώνα, προσαρμοσμένη από διεθνείς δημιουργούς για το παγκόσμιο κοινό. Η πλοκή ακολουθεί την πριγκίπισσα Χιντ (Αΐσα Χαρτ), η οποία αρνείται να γίνει παλλακίδα του βάναυσου αυτοκράτορα των Σασανιδών (Μπεν Κίνγκσλεϊ) και δραπετεύει στην έρημο, όπου συναντά έναν μυστηριώδη κατάδικο (Άντονι Μακί).

Η χρηματοδότηση προήλθε απευθείας από το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Σαουδικής Αραβίας και το περίφημο πρόγραμμα «Vision 2030» του πρίγκιπα διαδόχου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Το πρόγραμμα αυτό, που υποτίθεται ότι θα απεξάρτωνε τη χώρα από το πετρέλαιο, έχει μετατραπεί σε μια εκστρατεία δημοσίων σχέσεων δισεκατομμυρίων, μέσω επενδύσεων στον αθλητισμό (όπως η φιλοξενία του Μουντιάλ 2034) και τον πολιτισμό, με στόχο την προσέλκυση τουρισμού και την απόκτηση «ήρεμης ισχύος».

Το εγχείρημα γεννήθηκε «στραβό» λόγω της πλήρους απειρίας της σαουδαραβικής εταιρείας MBC Studios. Τα γυρίσματα στην έρημο εξελίχθηκαν σε εφιάλτη. Η παραγωγή αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την Τεχνητή Νοημοσύνη στο ελάχιστο, επιμένοντας στη φυσική παρουσία. Χρειάστηκε να μεταφερθούν με φορτηγά 12.500 κομπάρσοι και τόνοι εξοπλισμού σε περιοχές… όπου δεν υπήρχαν δρόμοι!

Οι συνθήκες ήταν ακραίες. Υπό τη σκιά των 49 βαθμών Κελσίου, στήθηκε ένα αυτοσχέδιο πλατό στο πάρκινγκ ενός ξενοδοχείου, το οποίο ψυχόταν με γιγαντιαίους ανεμιστήρες, ενώ ο σκηνοθέτης έπαθε επανειλημμένα ηλίαση. Μάλιστα, είχαν προσληφθεί ειδικοί εργάτες μόνο και μόνο για να σβήνουν τα ίχνη των ηθοποιών πάνω στους αμμόλοφους μεταξύ των λήψεων. Η κρίση του COVID-19 και το κλείσιμο των συνόρων για έξι εβδομάδες πρόσθεσαν επιπλέον 20 εκατομμύρια δολάρια στο κόστος.

Οι πολιτισμικές και καλλιτεχνικές συγκρούσεις συνεχίστηκαν και στο μοντάζ. Οι Σαουδάραβες θεωρούσαν ότι πλήρωναν για μια περιπέτεια τύπου Braveheart, αλλά ο Γουάιατ τους παρέδωσε ένα αργό, ατμοσφαιρικό φιλμ στα πρότυπα του Σέρτζιο Λεόνε. Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να σώσουν την κατάσταση, οι διευθυντές σκέφτηκαν να πληρώσουν ένα εκατομμύριο δολάρια στον Μόργκαν Φρίμαν για να προσθέσει μια αφηγηματική φωνή (voice-over), κάτι που τελικά δεν προχώρησε.

Όταν η ταινία ολοκληρώθηκε, παρουσιάστηκε σε κολοσσούς όπως το Netflix και η Amazon, αλλά κανείς δεν κατέθεσε προσφορά για τα δικαιώματα διανομής. Όπως σημειώνουν αμερικανικά δίκτυα (Vulture, IndieWire), το timing ήταν το χειρότερο δυνατό: «Η ταινία δεν έχει κοινό μετά τον πόλεμο Ισραήλ-Χαμάς». Οι δυτικοί αδιαφορούν για την ιστορία, ενώ οι Άραβες την απορρίπτουν καθώς δεν τη θεωρούν αυθεντική. «Υπάρχουν καμήλες σε αυτή την ταινία που αξίζουν περισσότερη προσοχή από το ανθρώπινο καστ», έγραψε χαρακτηριστικά ο κριτικός του IndieWire.

Για μια εταιρεία με την οικονομική επιφάνεια της MBC, μια χασούρα μερικών δεκάδων εκατομμυρίων μπορεί να θεωρηθεί απλώς ένα «λάθος στρογγυλοποίησης» στον ετήσιο ισολογισμό, όμως για τις κινηματογραφικές φιλοδοξίες του Ριάντ, το πλήγμα είναι βαρύ.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail