Ο νόμος για τη συνεπιμέλεια ψηφίστηκε στις 20 Μαΐου 2021, πριν από ακριβώς 5 χρόνια. Αντί, όμως, να έχει κλείσει πληγές, φαίνεται πως σε αρκετές περιπτώσεις ανοίγει νέες. Παρουσιάστηκε ως τομή που θα εξασφάλιζε την ισότιμη παρουσία και των δύο γονέων στη ζωή του παιδιού μετά το διαζύγιο, ωστόσο η εφαρμογή του στην πράξη έχει πυροδοτήσει έντονες αντιδράσεις. Ολο και περισσότεροι γονείς και ειδικοί κάνουν λόγο για ένα πλαίσιο που δεν «χωρά» την πολυπλοκότητα των οικογενειακών σχέσεων, καθώς η υποχρεωτικότητα παραβλέπει κρίσιμες παραμέτρους. Το αποτέλεσμα είναι αντί να λειτουργεί εξισορροπητικά, να γίνεται συχνά πηγή νέων συγκρούσεων, με θύματα κυρίως τα παιδιά.

Οπως εξηγεί στα «ΝΕΑ» η Ματίνα Σιώμου, ψυχολόγος στο Κέντρο Διοτίμα, η εφαρμογή του νόμου περί υποχρεωτικής συνεπιμέλειας έχει αναδείξει σοβαρές επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου υπάρχει ιστορικό κακοποίησης. Οπως επισημαίνει, μετά την ψήφιση του νέου πλαισίου παρατηρείται έντονη διεκδίκηση της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων από κακοποιητικούς συζύγους ή συντρόφους, με αποτέλεσμα τα παιδιά να χρησιμοποιούνται συχνά ως μέσο διατήρησης της επικοινωνίας και του ελέγχου προς τις μητέρες, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ουσιαστική επιθυμία για γονική σχέση. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνεπιμέλεια μετατρέπεται, όπως τονίζει, σε εργαλείο στα χέρια του κακοποιητή, που συνεχίζει να ασκεί εξουσία στη μητέρα και στα παιδιά.

Εκβιασμός με τα παιδιά

Η ίδια εξηγεί ότι τα παιδιά βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της δυναμικής, λειτουργώντας ως αντικείμενα ελέγχου τόσο πριν όσο και μετά τη λήξη της σχέσης. Δεν είναι σπάνιο, όπως αναφέρει, όταν μια γυναίκα εκφράζει την πρόθεση να αποχωρήσει από έναν κακοποιητικό γάμο, να δέχεται απειλές που σχετίζονται με τα παιδιά, όπως η φράση «αν φύγεις θα σου πάρω τα παιδιά». Αν και τα δικαστήρια καλούνται να αποφασίζουν με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, στην πράξη – σύμφωνα με την ίδια – δεν λαμβάνονται πάντα επαρκώς υπόψη οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ουσιαστική προστασία τους.

Ετσι, τα παιδιά συχνά παραμένουν εκτεθειμένα σε ένα περιβάλλον βίας, με σημαντικές συνέπειες για την ψυχική, συναισθηματική και σωματική τους υγεία και την ομαλή τους ανάπτυξη. Παράλληλα, όπως υπογραμμίζει, η υποχρεωτικότητα επιβάλλει συνεχή επικοινωνία και συναπόφαση μεταξύ των δύο γονέων, χωρίς να υπάρχει πάντα πρόνοια για την προστασία των γυναικών και των παιδιών σε περιπτώσεις κακοποίησης, ενώ τα παιδιά παραμένουν εγκλωβισμένα σε ένα περιβάλλον έντασης. Σημειώνει δε ότι είναι συχνά τα περιστατικά απειλών, εξύβρισης κατά τη διαδικασία παράδοσης και παραλαβής των παιδιών, αλλά και προσπάθειας απομόνωσης της μητέρας από το υποστηρικτικό της περιβάλλον. Την ίδια στιγμή, παρατηρείται και συστηματική παρεμπόδιση της επικοινωνίας μητέρας – παιδιού, με στόχο την άσκηση πίεσης.

Καταλήγοντας, επισημαίνει ότι μια γυναίκα που έχει απομακρυνθεί από έναν κακοποιητικό σύντροφο δεν παύει να βιώνει τη βία όσο βρίσκεται σε διαδικασία συνεπιμέλειας και δικαστικών διεκδικήσεων.

Το παράδειγμα της Ισπανίας

Αξίζει να σημειωθεί ότι η συζήτηση γύρω από τη συνεπιμέλεια και τη λεγόμενη «γονεϊκή αποξένωση» δεν περιορίζεται μόνο στην Ελλάδα. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχει ανοίξει έντονος διάλογος για το κατά πόσο ο συγκεκριμένος όρος χρησιμοποιείται καταχρηστικά σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας και κακοποίησης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ισπανίας, η οποία έγινε η πρώτη χώρα που απαγόρευσε ρητά διά νόμου τη χρήση του λεγόμενου «Συνδρόμου Γονικής Αποξένωσης» (Parental Alienation Syndrome – PAS) σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες.

Η ρύθμιση εντάχθηκε στη μεταρρύθμιση του νόμου για την προστασία παιδιών και εφήβων απέναντι στη βία, με τις ισπανικές αρχές να υποστηρίζουν ότι τέτοιες θεωρίες μπορούν να λειτουργήσουν εις βάρος παιδιών και μητέρων σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής κακοποίησης. «Ζητάμε συγγνώμη από όλα τα παιδιά που δεν εισακούστηκαν», δήλωσε χαρακτηριστικά η υπουργός Νεολαίας και Παιδικής Ηλικίας της χώρας, αποτυπώνοντας τη στροφή της δημόσιας συζήτησης γύρω από τη συνεπιμέλεια και την προστασία των ανηλίκων.

Η Βασιλική Κ. περιγράφει μια δύσκολη καθημερινότητα, καταγγέλλοντας λεκτική, ψυχολογική και σωματική κακοποίηση από τον πατέρα του παιδιού της. Οπως αναφέρει, δεχόταν επανειλημμένα εξυβριστικά και απειλητικά μηνύματα, αλλά και απειλές ότι θα της καταστρέψει τη ζωή και θα της πάρει το παιδί. Παράλληλα, καταγγέλλει ότι την έχει χτυπήσει στο πρόσωπο, ακόμη και όταν κρατούσε το παιδί στην αγκαλιά της, ενώ δεν έλειψαν και περιστατικά όπου την κατεδίωκε με το αυτοκίνητο.

Την ίδια στιγμή, η ψυχολογική επιβάρυνση του παιδιού είναι εμφανής, καθώς δείχνει έντονο φόβο και αρνείται να πάει μαζί του – ωστόσο, λόγω του καθεστώτος συνεπιμέλειας, η ίδια αναγκάζεται να του το παραδίδει. Μάλιστα, σε ένα περιστατικό στο αστυνομικό τμήμα, όπου προσήλθε με το παιδί να κλαίει και να αντιδρά, δεν έλαβε ουσιαστική βοήθεια, αλλά της ζητήθηκε να συμμορφωθεί.

Η Μαρία Δ. αναφέρεται στη δική της εμπειρία μετά τον χωρισμό. Τη δεύτερη φορά που συναντήθηκαν, μπροστά στα παιδιά, ο πατέρας την απείλησε, με αποτέλεσμα η ίδια να αναγκαστεί να πατήσει το panic button. Οπως λέει, το κλίμα έντασης και φόβου είχε ήδη διαμορφωθεί από νωρίς. Για περίπου δύο μήνες μετά τον χωρισμό δεχόταν συνεχείς μηνύσεις, με την κατηγορία ότι δεν του επιτρέπει να βλέπει τα παιδιά, γεγονός που επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την ψυχολογική της κατάσταση. Σε ένα από τα πιο σοβαρά περιστατικά που περιγράφει, αναφέρει ότι, έπειτα από έντονο καβγά, την άρπαξε από τον λαιμό και την κόλλησε στην πόρτα, ασκώντας σωματική βία. Τα παιδιά ήταν παρόντα και έγιναν μάρτυρες της σκηνής, κάτι που, όπως τονίζει, τα έχει επηρεάσει βαθιά. Σήμερα, όπως επισημαίνει, τα παιδιά αρνούνται να τον δουν, ενώ έχουν διαγνωστεί με μετατραυματικό στρες.

Η Ελένη Σ. σημειώνει ότι η καθημερινότητα απέχει πολύ από την «ισορροπία». Μετά τον χωρισμό, συμφωνήθηκε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα επικοινωνίας, το οποίο αποδείχθηκε δύσκολο να τηρηθεί. Ο πρώην σύζυγός της συχνά δεν σεβόταν τις ώρες ή ζητούσε αλλαγές την τελευταία στιγμή, ενώ κάθε προσπάθεια να θέσει όρια οδηγούσε σε συγκρούσεις, με τον ίδιο να την κατηγορεί ότι εμποδίζει τη σχέση του με το παιδί και να απειλεί με νομικές κινήσεις. Το μεγαλύτερο βάρος, ωστόσο, το σηκώνει η επτάχρονη κόρη τους, που παρουσιάζει σημάδια άγχους, ιδιαίτερα πριν από τις ημέρες που πρέπει να πάει στον πατέρα της.

Η Ελένη τονίζει ότι βρίσκεται σε αδιέξοδο, καθώς βλέπει την επιβάρυνση του παιδιού, αλλά φοβάται τις συνέπειες αν δεν τηρήσει το νομικό πλαίσιο. Περιγράφει δε μια στιγμή που το παιδί αρνήθηκε να κατέβει από το αυτοκίνητο για να πάει στον πατέρα του, αντιδρώντας έντονα, γεγονός που οδήγησε σε ένταση μεταξύ των δύο γονέων.

Η Αννα Β. έχει αντίστοιχη εμπειρία καθώς, παρότι έχει την αποκλειστική επιμέλεια, βρίσκεται διαρκώς σε δικαστική αντιπαράθεση με τον πατέρα του παιδιού, ο οποίος διεκδικεί τη συνεπιμέλεια. Οπως καταγγέλλει, μετά τον χωρισμό και τις αναφορές της για λεκτική και ψυχολογική βία, έχει βρεθεί αντιμέτωπη με συνεχείς νομικές κινήσεις, μηνύσεις και πιέσεις. «Εχω φτάσει να έχω δύο και τρία δικαστήρια τον μήνα», αναφέρει, κάνοντας λόγο για οικονομική και ψυχική εξουθένωση. Η ίδια συνδέει τη στάση του με μια ευρύτερη πρακτική που, όπως λέει, παρατηρείται σε παρόμοιες υποθέσεις, κάνοντας λόγο για «κοινή στρατηγική» και έντονη δραστηριοποίηση ομάδων «ενεργών μπαμπάδων», οι οποίες – όπως υποστηρίζει – ενθαρρύνουν την επιθετική διεκδίκηση συνεπιμέλειας ακόμη και σε περιπτώσεις υψηλής σύγκρουσης.

Εργαλείο εγκλωβισμού θυμάτων έμφυλης βίας της Ιωάννας Στεντούμη

Πρόκειται για σοβαρή στρέβλωση που αγνοεί τη δομική ανισότητα και το γεγονός ότι η έμφυλη βία είναι κοινωνικό φαινόμενο, όπως αναγνωρίζεται και σε διεθνή νομικά κείμενα που έχει υπογράψει η χώρα, μεταξύ των οποίων και η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, καθώς και την ευαλωτότητα των θυμάτων. Ο νόμος εγκλωβίζει γυναίκες και παιδιά, ενώ η έλλειψη εξειδικευμένων δικαστηρίων και δομών επιδεινώνει την κατάσταση. Ενα παιδί μπορεί να καταγγείλει κακοποίηση και να εξεταστεί έπειτα από μήνες, ενώ στο μεταξύ ενδέχεται να έχει εκδοθεί απόφαση που το αποδίδει στον πατέρα. Διεθνείς φορείς, όπως η επιτροπή GREVIO που παρακολουθεί την εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, έχουν επανειλημμένα επισημάνει ότι δράστες ενδοοικογενειακής βίας χρησιμοποιούν τη λεγόμενη «γονεϊκή αποξένωση» για να αντιστρέψουν τους ρόλους και να αφαιρέσουν την επιμέλεια από τη μητέρα, καλώντας τα κράτη να απαγορεύσουν τη χρήση της και να εκπαιδεύσουν τους δικαστές – κάτι που δεν εφαρμόζεται επαρκώς.

Σήμερα, μια καταγγελία κακοποίησης μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε αφαίρεση επιμέλειας από τη μητέρα, παρότι η παιδική κακοποίηση είναι συχνή και σπάνια φτάνει στις Αρχές. Παιδιά που μιλούν συχνά δεν προστατεύονται επαρκώς και δεν έχουν πρόσβαση σε ψυχολογική υποστήριξη χωρίς συναίνεση του καταγγελλόμενου γονέα. Παράλληλα, ο νόμος επιβαρύνει κυρίως τις γυναίκες, επιτρέποντας στον ισχυρότερο γονέα να οδηγεί τον άλλον σε συνεχείς δικαστικές διαμάχες, ακόμη και για καθημερινά ζητήματα, εντείνοντας τις συγκρούσεις και επιδεινώνοντας τη θέση του παιδιού.

Η Ιωάννα Στεντούμη είναι δικηγόρος

Τι λένε οι «Ενεργοί Μπαμπάδες»

Η ΑΜΚΕ «Ενεργοί Μπαμπάδες για τα Δικαιώματα του Παιδιού» έδωσαν μεγάλο αγώνα για την ψήφιση του ν.4800/21 ώστε μετά τον χωρισμό τα παιδιά να ανατρέφονται και από τους δύο γονείς, μέσω συνεπιμέλειας, κάτι που αποτελεί σημαντικό κοινωνικό άλμα. Ωστόσο στην εφαρμογή του νόμου προέκυψαν κενά τα οποία εργαλειοποιήθηκαν από συμφέροντα που υποστήριζαν την καταστροφική αποκλειστική επιμέλεια.

Προς στήριξη της αποκλειστικότητας άρχισαν οι παρεμποδίσεις εφαρμογής δικαστικών αποφάσεων στην επικοινωνία πατέρα – τέκνου, οι ψευδείς καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας ή ακόμα και ασέλγειας, η έμφυλη διάκριση υπέρ των γυναικών, αναγκάζοντας πολλούς πατεράδες να εισέλθουν σε έναν δικαστικό οδυνηρό κυκεώνα για να απαλλαγούν από τις κατηγορίες και να μη χάσουν τα παιδιά τους. Ομως, παρ’ ότι οι περισσότεροι αθωώνονται, οι διαδικασίες είναι τόσο χρονοβόρες που, στο μεταξύ, έχει επέλθει η αποξένωση πατέρα – τέκνου, με θύματα κυρίως τα παιδιά.

Καθοριστικό ρόλο παίζει η καθυστέρηση της Δικαιοσύνης και οι αναποτελεσματικές ποινές με αναστολή που επιβάλλονται. Η κοινωνία πρέπει να αντιληφθεί ότι η συνεπιμέλεια δεν είναι ένα προνόμιο που παραχωρήθηκε στον πατέρα. Είναι η θεσμική θωράκιση του δικαιώματος κάθε παιδιού να ανατρέφεται και από τους δύο γονείς. Αντ’ αυτού, σήμερα είναι χιλιάδες τα αποξενωμένα παιδιά, κυρίως από τον πατέρα τους. Οταν υπάρχει δυνατότητα να μην εφαρμόζονται αποφάσεις, σημαίνει ότι υπάρχει θεσμική ανεπάρκεια και ατιμωρησία. Παρά τις εκκλήσεις μας και τις προτάσεις μας, η πολιτεία παραμένει αδρανής. Εχουμε ζητήσει συνάντηση με τον υπουργό, κ. Γιώργο Φλωρίδη, και αναμένουμε την πραγματοποίησή της.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail