Δεκαεννέα χρόνια μετά τη νίκη της Σερβίας με το «Molitva» και τη Μαρίγια Σερίφοβιτς το τρόπαιο της Eurovision επιστρέφει στα Βαλκάνια με τη νίκη της Βουλγαρίας στον τελικό του περασμένου Σαββάτου, με το «Bangaranga» και την Ντάρα.
Στη δεύτερη θέση τερμάτισε το Ισραήλ, τη συμμετοχή του οποίου έχουν επισκιάσει ο πόλεμος στη Γάζα και τα καλέσματα για μποϊκοτάζ της ισραηλινής συμμετοχής, με πέντε χώρες να απουσιάζουν φέτος μποϊκοτάροντάς το. Θα μπορούσαν να γραφτούν σελίδες ολόκληρες για τη συμμετοχή του Ισραήλ, τη δημόσια ραδιοτηλεόρασή του και το πώς χειρίζεται την όλη κατάσταση η EBU, και υπόσχομαι να το κάνω. Ο Ακύλας με το «FERTO» τερμάτισε στη δέκατη θέση, χαρίζοντας στην Ελλάδα μία ακόμα θέση εντός δεκάδας.
Στην ψηφοφορία του κοινού η ελληνική συμμετοχή τα πήγε εξαιρετικά καλά, συγκεντρώνοντας 147 βαθμούς συνολικά (η καλύτερη επίδοσή μας στο televoting τα τελευταία δεκατρία χρόνια). Η ΕΡΤ έχει ξυπνήσει από τον μακρύ λήθαργο των τελευταίων ετών και χειρίζεται το θέμα Eurovision όπως πρέπει και οφείλει. Γίνονται εθνικοί τελικοί, κεφαλαιοποιεί το αποκλειστικό γι’ αυτήν ατού του διαγωνισμού παράγοντας πρόγραμμα και συνεπώς μετρήσιμη υπεραξία, βάζει στο παιχνίδι τους φαν.
Οι συμμετοχές συζητιούνται πολύ εντός και εκτός Ελλάδας και αυτό είναι το ζητούμενο. Χώρος για βελτιώσεις υπάρχει φυσικά. Τα έγραψε και πολύ εύστοχα η Ρούλα Γεωργακοπούλου στο σαββατιάτικο χρονογράφημά της για ό,τι αφορά τη σκηνική παρουσία («Αν δεν τόχω, FERTO», «ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο», 16-17/5).
Ολα τα άλλα σχόλια περί «ελληνικής αισθητικής», «ελληνικού αέρα», «ελληνικού ήχου», «ελληνικού πολιτισμού» που «έλειπαν» και λοιπών φαντεζί επιχειρημάτων που έβρισκαν τον Ακύλα (ή πρόπερσι τη Σάττι, για παράδειγμα) ακατάλληλο είναι εκτός θέματος. Αφενός η Eurovision δεν είναι διαγωνισμός πολιτισμών, αφετέρου η μουσική έχει αλλάξει από τότε που θυμούνται και νοσταλγούν τον διαγωνισμό ορισμένοι.
Εχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια από τότε που ο διαγωνισμός είχε ζωντανές ορχήστρες (από το Μπέρμιγχαμ το 1998), ενώ ανέκαθεν ήταν ένας διαγωνισμός «ελαφρού» τραγουδιού, μετέπειτα ποπ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για ένα από τα μεγαλύτερα τηλεοπτικά προϊόντα του πλανήτη εν έτει 2026. Οι συμμετέχοντες δεν εκπροσωπούν χώρες, αλλά τις δημόσιες ραδιοτηλεοράσεις των χωρών – μελών της EBU, φέροντας τα διακριτικά της χώρας τους.
Αλλά και να εκπροσωπούσε ο Ακύλας και ο κάθε Ακύλας την Ελλάδα, τι ακριβώς σημαίνει το επιχείρημα ότι δεν είναι «αντάξιο της Ελλάδας το τραγούδι»; Ποιος διεκδικεί μονοθεματικότητα όταν μιλάει για μια χώρα; Ποιος τολμά να ισχυριστεί ότι η Ελλάδα είναι μόνο ένα πράγμα; Θα έπρεπε να μας προβληματίζει αυτό. Δεν είναι ένα πράγμα η Ελλάδα, ούτε μόνο τρία είναι (κατά τη ρήση του Ελύτη για την ελιά, το καράβι και το αμπέλι, που μένουν, αν την αποσυνθέσεις την Ελλάδα).
Οι χώρες είναι οι αντιθέσεις, οι πολλαπλότητες, όσα έκαναν κάποιοι, όσα θα κάνουν οι επόμενοι και όσα δηλώνουμε σήμερα πως θέλουμε να κάνουμε αύριο ή και τώρα αμέσως. Η χώρα δεν είναι μόνο η θάλασσα, η χλωρίδα της και τα αρχαία της τα μάρμαρα που τα καίει ο ήλιος, είναι και η οικονομία (ο Θεός να την κάνει) του φραπέ, που δούλευε και ο Ακύλας σερβιτόρος πριν αρχίσει το τραγούδι, είναι οι νέοι της άνθρωποι που ονειρεύονται, με τη χώρα τους να μην έχει πια να τους υποσχεθεί τίποτα, είναι αυτοί που διεκδικούν χώρο πέρα από τις εννιά λευκές και μπλε ρίγες της σημαίας της. Αυτοί που «τη μια μας παίζουν ροκ, την άλλη τσιφτετέλι».







