Μα πάλι Γιουροβίζιον; Ναι, πάλι, και θα εξηγήσω τον λόγο. Το Σάββατο το βράδυ είχαμε μαζευτεί φίλοι στο σπίτι μου για να δούμε τον τελικό. Η βραδιά είχε προαγγελθεί ως Pizza Eurovision Night και λίγο πριν από τις εννέα είπαμε να παραγγείλουμε, ώστε να είμαστε έτοιμοι στις δέκα που θα άρχιζε η μετάδοση γιατί, όσο να ‘ναι, θα είχαν δουλειά και θα αργούσε το delivery.

Μετά τις σχετικές διαπραγματεύσεις περί γεύσεων και ποσότητας («Πάρε και καμιά vegetarian», «Η vegetarian δεν είναι πίτσα», «Ούτε η άλλη με τα σέσκουλα από πάνω», «Πολλές παρήγγειλες», «Η πίτσα τρώγεται και κρύα και την επομένη ζεσταίνεται ωραιότατα στην τοστιέρα») δώσαμε την παραγγελία μέσω γνωστής πλατφόρμας, χτύπησε το καμπανάκι ότι το ποσό δεσμεύτηκε στην κάρτα μου, ύστερα από λίγο γέμισε η οθόνη του κινητού μου με κάτι κόκκινα Χ και λυπημένες φατσούλες, η παραγγελία είχε απορριφθεί.

Αντε να επικοινωνήσω με την πλατφόρμα μέσω γραπτών μηνυμάτων, μου απάντησαν έπειτα από 20 λεπτά «Δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν λόγω φόρτου εργασίας, θα σταλεί ειδοποίηση στην τράπεζά σας να αποδεσμεύσουν το ποσό εντός πέντε ημερών». Στη συνέχεια άρχισα να επικοινωνώ με δυο τρία μαγαζιά που κάνουν απευθείας delivery, «σχέδια ματαιωμένα, τηλέφωνα κατεβασμένα», για να παραφράσω τους Κατσιμίχα.

Οταν κατόρθωσα να πιάσω γραμμή, ο τελικός είχε αρχίσει. Μέχρι να μου πουν και στο μιλητό ότι δεν μπορούσαν να εξυπηρετήσουν, είχε τραγουδήσει και ο Ακύλας. Το πήραμε πια απόφαση, ευτυχώς μια φίλη είχε φέρει υπέροχη μακαρονοσαλάτα, κάναμε και τοστάκια, όλα καλά. Ε, όταν, με αφορμή τη Γιουροβίζιον, παραλύουν βασικές «δομές» της χώρας, όπως είναι το delivery, κάτι γίνεται.

Κι αυτό που έγινε, το «πανηγυράκι» όπως το λένε όσοι απαξιώνουν τον διαγωνισμό θεωρώντας ότι έτσι σφραγίζουν το διαβατήριο της διανόησης, είναι το δεύτερο – μετά το Super Bowl – μεγαλύτερο τηλεοπτικό γεγονός στον κόσμο. Και αν βάλουμε στη συνθήκη και τη μουσική, το πρώτο. Με 170 εκατομμύρια τηλεθεατές στον κόσμο. Ενώ στον προχθεσινό διαγωνισμό ψήφισαν από 148 χώρες. Για να μην αρχίσουμε να μιλάμε για κόστη παραγωγής, διότι θα ζαλιστούμε. «Ναι, αλλά είναι κιτς», σου λένε.

Οταν όμως το κιτς έχει τέτοια ανταπόκριση, τότε κιτς είναι ο κόσμος μας. Σκέφτομαι όμως ότι αν βλέπαμε με τα μάτια της σημερινής μας αισθητικής τους ΑΒΒΑ του 1974, κιτς θα μας φαίνονταν. «Ναι, αλλά τότε ήταν έτσι η μόδα», κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου. Και τώρα είναι έτσι η μόδα, απλώς εμείς μεγαλώσαμε και δεν μπορούμε να την αποκωδικοποιήσουμε· και σε όσους μιλάνε απαξιωτικά για τη φετινή συμμετοχή της Ελλάδας, ότι δηλαδή στερείται υψηλών νοημάτων, να θυμίσω ότι πρόκειται για τηλεοπτικό διαγωνισμό τραγουδιού (παρακαλώ να βάλετε στην εξίσωση και το «τηλεοπτικός», και το «τραγούδι») και όχι για ημερίδα αφιερωμένη στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα. Και θα το πω για άλλη μία φορά, κρίνοντας από σχόλια που χαρακτηρίζουν «βοηθούς πιστολάκι» όσους βλέπουν Γιουροβίζιον. Η κουλτούρα είναι σαν τη μαρμελάδα. Οσο πιο λίγη έχεις, τόσο πιο πολύ την απλώνεις.

Τι κατάλαβα φέτος

Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ομοφοβίας και Τρανσοφοβίας εχθές και νομίζω ότι η απαξίωση του Ακύλα έχει βαθύτερες αιτίες από το «δεν μου αρέσει το τραγούδι». Στην πραγματικότητα δεν αρέσει η ταυτότητα του Ακύλα. Επίσης, δεν έλειψαν κι αυτοί που θεώρησαν ότι τη δεύτερη θέση (Ισραήλ) την κέρδισε, στην πραγματικότητα, το Predator. Συγγνώμη λίγο, διότι χύθηκε πολλή προκατάληψη στο πάτωμα και θα γλιστρήσω. Ξεχνάμε τα εκατομμύρια Εβραίων που ζουν ανά τον κόσμο. Και να θυμίσω επίσης ότι αυτοί που ακούγονται πιο πολύ δεν είναι αυτοί που είναι περισσότεροι αλλά αυτοί που φωνάζουν πιο δυνατά.

Και το κυριότερο· η μουσική και σώζει, και σώζεται. Το είδαμε όταν ο εκκεντρικός Βέρκα Σερντιούτσκα τραγουδούσε α καπέλα το υπέροχο «Volare» και μαζί του όλο το στάδιο, ηλικίες δηλαδή που όταν βγήκε αυτό το τραγούδι δεν είχαν γεννηθεί ούτε οι γονείς τους.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail