Για σχεδόν δύο μήνες ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προσπαθούσε μάταια να τερματίσει τον πόλεμό του εναντίον του Ιράν, τον οποίο ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου. Τα χαμηλά ποσοστά αποδοχής του υποδηλώνουν ότι θα χάσει τουλάχιστον μία από τις ισχνές Ρεπουμπλικανικές πλειοψηφίες του στα δύο σώματα του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Ο ηγέτης της Κίνας Σι Τζινπίνγκ δεν έχει τέτοιες ανησυχίες. Δεν είναι περίεργο που πολλοί παρατηρητές, συμπεριλαμβανομένου πιθανώς του ίδιου του Σι, πιστεύουν ότι η Κίνα έχει τον χρόνο με το μέρος της. Αλλά οι υποκείμενες τάσεις υποδηλώνουν ότι αυτό δεν ισχύει.
Σταματώντας την καθαρή μετανάστευση, σπέρνοντας αβεβαιότητα, υπονομεύοντας τους θεσμούς και στρεβλώνοντας τις επιχειρηματικές αποφάσεις μέσω αυθαίρετων δασμών, ο Τραμπ πιθανότατα μείωσε την τάση αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ των ΗΠΑ από 2% σε 1,5%.
Η ανάπτυξη του 1,5% δεν θα είναι αρκετή για να θέσει το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ σε βιώσιμη τροχιά. Ούτε οι Ρεπουμπλικανοί ούτε οι Δημοκρατικοί φαίνεται να είναι διατεθειμένοι να κάνουν κάτι σοβαρό για να αντιμετωπίσουν τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα του 6% – 7% του ΑΕΠ. Οι ΗΠΑ δεν θα τη γλιτώσουν για πάντα με μια τόσο μη βιώσιμη πολιτική. Αναμένουμε ότι μια στροφή αγοραστών αμερικανικών ομολόγων σε, ας πούμε, περίπου τρία έως πέντε χρόνια, θα αναγκάσει τελικά το Κογκρέσο των ΗΠΑ να αυξήσει τους φόρους.
Με τεράστιες επιδοτήσεις κατά μήκος της αλυσίδας έρευνας, ανάπτυξης και παραγωγής, και με τη βοήθεια ενός υποτιμημένου νομίσματος, η Κίνα έχει μετατραπεί στην παγκόσμια υπερδύναμη στον τομέα της μεταποίησης. Ωστόσο, η εκπληκτική επιτυχία της Κίνας στις παγκόσμιες αγορές έχει ένα υψηλό κόστος. Για μια χώρα μεσαίου εισοδήματος, η εστίαση σε τεχνολογίες αιχμής αποτελεί μη βέλτιστη χρήση κεφαλαίου. Εκτός των εργοστασίων όπου τα ρομπότ συναρμολογούν κορυφαία ηλεκτρικά οχήματα, πολλοί νέοι δυσκολεύονται να βρουν δουλειά.
Υστερα από τρεις δεκαετίες προσέγγισης των ΗΠΑ, το μερίδιο της Κίνας στο παγκόσμιο ΑΕΠ έχει υποχωρήσει από το 2021. Αν και αυτή η σχετική μείωση αντανακλά εν μέρει την υποτίμηση του κινεζικού νομίσματος, η τάση φαίνεται σαφής: η σχετική οικονομική ισχύς της Κίνας κορυφώνεται λόγω της αναποτελεσματικής χρήσης των πόρων της. Για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, η Κίνα οδεύει προς μια σχεδόν άνευ προηγουμένου δημογραφική μείωση. Ως αποτέλεσμα της αναποτελεσματικής χρήσης των πόρων, η Κίνα φαίνεται απίθανο να ανατρέψει τις ΗΠΑ ως τη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο στο άμεσο μέλλον. Φυσικά, αυτό μπορεί να ισχύει μόνο εάν οι ΗΠΑ δεν διαπράξουν τα δικά τους ολοένα και μεγαλύτερα πολιτικά λάθη τύπου Τραμπ.
Ο Holger Schmieding είναι επικεφαλής οικονομολόγος της γερμανικής τράπεζας Berenberg. Το άρθρο αποτελεί σύνοψη εκτενέστερης ανάλυσης της γερμανικής τράπεζας για τους πελάτες της, την οποία συνυπογράφουν οι οικονομολόγοι της Berenberg, Felix Schmidt και Andrew Wishart







