Οπως αναμενόταν, το συνέδριο της ΝΔ, του κυβερνώντος κόμματος, ήταν προσανατολισμένο στις εκλογές. Γιατί όμως πέρασαν σε δεύτερη μοίρα οι επικρίσεις των επιλογών Μητσοτάκη; Επειδή οι εκλογές για ένα κόμμα που προηγείται στις δημοσκοπήσεις με ποσοστό περίπου 15% από το επόμενο είναι ένα στρατηγικό πλεονέκτημα που είναι αδύνατον να μην το υπολογίσεις. Κι επειδή όσοι μίλησαν κριτικά δεν είχαν κάτι καινούργιο να πουν. Είτε επικαλούνταν ένα παρελθόν παλαιοκομματικής εσωστρέφειας είτε επέκριναν την τεχνοκρατική άσκηση της εξουσίας σε βάρος της δύναμης του λαού.
Και τα δύο επιχειρήματα τα χρησιμοποίησε συνδυαστικά στην κριτική του ο αυτοπαρουσιαζόμενος ως δελφίνος, Νίκος Δένδιας. Μόνο που το περίφημο DNA της παράταξης συνέβαλε καθοριστικά στη χρεοκοπία, ενώ επιζήμια είναι και τα εθνικά στερεότυπα – τα οποία ο Νίκος Δένδιας έχει υπηρετήσει όχι με ιδιαίτερη επιτυχία (ακόμα θυμάμαι, το 2021 στην Αγκυρα, τη μάλλον επιζήμια επίθεσή του κατά του τότε τούρκου ομολόγου του στο υπουργείο Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου). Οσο για την επίκληση του λαού, είναι περισσότερο ένα δημαγωγικό στερεότυπο του λαϊκισμού: ένα σχήμα που θα ακολουθεί «τον λαό» αντί να οδηγεί τα βήματά του είναι πάντα ένα σχήμα χρεοκοπίας· δεν είναι η εποχή των σχημάτων, αντίθετα απαιτούνται μια στιβαρή θεώρηση του κόσμου και συγκεκριμένοι στόχοι στο πλαίσιο των δεδομένων του.
Ο Μητσοτάκης, σε αντίθεση με τον εσωκομματικό χυλό, έχει αποδείξει ότι μπορεί να θέτει στόχους, να τους αναπροσαρμόζει, όταν γίνονται ανέφικτοι ή όταν τα πράγματα αλλάζουν, να τους ιεραρχεί. Ο βασικότερος απ’ όλους αυτούς τους στόχους, που θέτει ενόψει και των επόμενων εκλογών, είναι η πολιτική σταθερότητα, η οποία δίνει πάντα σε μια ισχυρή κυβέρνηση τη δυνατότητα να υλοποιήσει ένα πρόγραμμα – και, αν χρειαστεί, να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε κρίση. Ο Πρωθυπουργός περιέγραψε τρεις προτεραιότητες.
Η βασικότερη είναι η οικονομία κι οι μεταρρυθμίσεις, ζωτική προϋπόθεση για την πορεία της χώρας. Στον τομέα αυτό, ο Μητσοτάκης έχει ένα προβάδισμα: είναι ο μόνος πολιτικός αρχηγός που πρωτίστως ενδιαφέρεται για τη μεγέθυνση της οικονομίας και όχι αποκλειστικά για τη μοιρασιά με κοινωνικούς, δηλαδή με κομματικούς όρους των διαθέσιμων φορολογικών πόρων.
Δικαίως, η δεύτερη φροντίδα που επίσης είναι παράγων σταθερότητας και προόδου είναι η εξωτερική πολιτική και η άμυνα. Η χώρα οφείλει να ενισχύει τη διεθνή εμβέλειά της, ενώ στόχος είναι η καλή γειτονία – ακόμα κι αν με την Τουρκία οι διαφορές είναι τεράστιες. Η πολιτική των ήρεμων νερών έχει ωφελήσει και τις δύο χώρες (τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου αιμοδοτούνται χάρη στη βίζα-εξπρές, με την οποία διευκολύνονται τούρκοι πολίτες για σύντομες διακοπές). Παράλληλα, φυσικά, η χώρα είναι υποχρεωμένη να επενδύει σε εξοπλισμό και σε διεθνείς συμμαχίες.
Τρίτο ζήτημα, σε προτεραιότητα, είναι η συνταγματική αναθεώρηση που έχει στόχο την εξυγίανση της πολιτικής ζωής από τον κομματισμό και, αν πετύχει, θα μπορούσε να ανασχέσει την ενίσχυση του αποσταθεροποιητικού «αντισυστημισμού». Είναι δύσκολο εγχείρημα που θα συναντήσει τους επόμενους μήνες την αντίρρηση όλης της αντιπολίτευσης. Αλλά για τον Μητσοτάκη είναι κι ένα όπλο: με όχημα την αναθεώρηση, θα προσπαθήσει να επαναφέρει την πολιτική σε πρώτο πλάνο, πολεμώντας την παραπολιτική και τη σκανδαλολογία που πνίγει τη χώρα φτιάχνοντας συνθήκες διχασμού και αποσταθεροποίησης.
Πίσω από αυτούς τους στόχους, η ηγεσία της ΝΔ καλεί τα στελέχη της, να δώσουν τη μάχη μιας τρίτης εκλογής. Είναι η μόνη ρεαλιστική και, ταυτόχρονα, οραματική στάση στα πράγματα. Κι αυτά τα δεδομένα την κάνουν ισχυρή.
Η υποταγή
Στη συγκυρία, έχει ενδιαφέρον η συνέχιση της ρευστοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ. Το τελευταίο επεισόδιο, η διαγραφή από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του Παύλου Πολάκη, μετατρέπει το κόμμα σε ένα σχήμα προς εκποίηση. Και επειδή τα οράματα και τα θαύματα είναι πλέον περσινά ξινά σταφύλια, η σημερινή ηγεσία κάνει την καρδιά της πέτρα κι εμπορεύεται τη δική της πολιτική ύπαρξη μαζί με τα τελευταία τιμαλφή που έχουν απομείνει.
Ο Σωκράτης Φάμελλος δηλαδή, έχει ήδη ξεχάσει και την ταπείνωση στην οποία τον υπέβαλε ο Αλέξης Τσίπρας, όταν τον έστειλε στον εξώστη του Παλλάς κατά την παρουσίαση της «Ιθάκης», και την περιφρόνηση στο παλιό του κόμμα το οποίο εγκατέλειψε σαν βαρίδι. Και δίνει τα ρέστα του μπας και επιβιώσει προσκολλώμενος στον άλλοτε αρχηγό του, με αντάλλαγμα τη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ. Ουσιαστικά, του προσφέρει μια ιστορική βάση να πατήσει, πιθανόν κάποια περιουσιακά στοιχεία και κάποια στελέχη. Σαν να έχει διαλυθεί μια δουλειά και κάποια στελέχη της να κάνουν το βιογραφικό τους, για να προσληφθούν στο μαγαζί ενός παλιού τους αφεντικού.
Ο Παύλος Πολάκης τουλάχιστον αντιπαρατάσσει στην υποταγή μια προσωπική περηφάνια. Προτιμά να μείνει στην πλευρά των ατάκτων, παρά να διεκδικήσει μια θέση τμηματάρχη Β’ σε μια νέα επιχείρηση. Σαν Βελουχιώτης πριν το τέλος. Είναι τουλάχιστον μια στάση. Νιώθεται.







