Τι δουλειά έχουν οι νέοι γιατροί – κυρίως αγροτικοί και ειδικευόμενοι – στο TikTok; Γιατί ανεβάζουν βίντεο με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια, γελώντας ή κλαίγοντας για όσα βιώνουν μέσα στα δημόσια νοσοκομεία; Για κάποιους είναι απλώς ακόμη μία εκδοχή της «γενιάς των social media». Για άλλους, όμως, τα βίντεο αυτά μοιάζουν με την πιο αυθεντική καταγραφή της καθημερινότητας στο ΕΣΥ: ένα άτυπο ημερολόγιο εξουθένωσης, πίεσης και διαρκούς επιφυλακής. Ενα δημόσιο κανάλι εκτόνωσης, εκεί όπου νέοι γιατροί σατιρίζουν – συχνά με αυτοσαρκασμό – τα κακώς κείμενα ενός συστήματος που ασθενεί.

Τα όσα περιγράφει η ειδικευόμενη Βαλεντίνα Καραντάνα, που ολοκληρώνει το 4ο έτος Παθολογίας στο νοσοκομείο «Αττικόν», δείχνουν ότι οι νέοι γιατροί έχουν ήδη εξαντληθεί πολύ πριν αποκτήσουν την ειδικότητά τους.

Οι επτά εφημερίες τον μήνα και οι τρεις αργίες θεωρούνται – όπως λέει – «κατάκτηση». «Στην πράξη, όμως, δεν παίρνουμε τα ρεπό που δικαιούμαστε μετά τις εφημερίες. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι δουλεύουμε περισσότερες ώρες από αυτές που προβλέπει η σύμβαση. Εχει καταργηθεί η έννοια του ωραρίου».

Οι 24ωρες εφημερίες συχνά μετατρέπονται σε 30ωρες βάρδιες, ενώ το καθημερινό 7ωρο «ξεχειλώνει» σε 10ωρο. Και μπορεί η υπερεργασία των νέων γιατρών να μην αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, όμως τα ελληνικά δεδομένα ξεχωρίζουν ακόμη και μέσα στην – επίσης, συχνά σκληρή – ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης Νέων Ιατρών (European Junior Doctors), με τη συμμετοχή 6.165 νέων γιατρών από 26 χώρες, έδειξε ότι επτά στους δέκα εργάζονται πάνω από το νόμιμο όριο των 48 ωρών την εβδομάδα. Ωστόσο, οι ειδικευόμενοι στην Ελλάδα καταγράφουν τον υψηλότερο μέσο όρο εβδομαδιαίας εργασίας, φτάνοντας συνολικά τις 72 ώρες.

Η ατελείωτη γραφειοκρατία

Και έπειτα είναι η γραφειοκρατία. Εξιτήρια, συνταγογραφήσεις, οδηγίες… ατελείωτες διαδικασίες. «Συχνά καλούμαστε να καλύψουμε και νοσηλευτικές ανάγκες, γιατί μπορεί να υπάρχουν μόλις δύο νοσηλευτές για 40 ασθενείς». Η ίδια, άλλωστε, διαπιστώνει ότι οι συνθήκες έχουν επιδεινωθεί. «Οι ανάγκες αυξάνονται, τα ράντζα γεμίζουν τους διαδρόμους, αλλά το προσωπικό μένει ίδιο. Και επειδή δεν υπάρχει ουσιαστική δημόσια πρωτοβάθμια φροντίδα, όλο το βάρος πέφτει στα νοσοκομεία».

Παρότι η εντατική καθημερινότητα προσφέρει εμπειρία, η ίδια αισθάνεται ότι έχει χαθεί η ισορροπία ανάμεσα στην εκπαίδευση και στην κάλυψη των αναγκών του συστήματος. Κι όμως, η αγάπη της για την Παθολογία παραμένει ζωντανή. «Μου αρέσει γιατί βλέπεις τον ασθενή σαν ολότητα. Εχεις τη διαφοροδιάγνωση, την επαφή με τον άνθρωπο». Αυτό ακριβώς, ωστόσο, είναι που θεωρεί ότι χάνεται μέσα στην πίεση. «Πολλές φορές δεν υπάρχει χρόνος ούτε για ένα άγγιγμα στον ασθενή. Ούτε για να εξηγήσεις, όπως πρέπει, σε έναν συγγενή ότι ο άνθρωπός του είναι σε βαριά κατάσταση· ότι μπορεί να φύγει από τη ζωή. Ολα γίνονται – αναγκαστικά – πιο διαδικαστικά».

Η εικόνα που τη βαραίνει περισσότερο είναι τα ράντζα στους διαδρόμους. «Αυτό που με έχει στιγματίσει περισσότερο είναι να βλέπεις βαριά περιστατικά να νοσηλεύονται στον διάδρομο· να γίνεται ΚΑΡΠΑ εκεί. Κάνεις ό,τι μπορείς, αλλά ξέρεις ότι οι συνθήκες δεν επιτρέπουν να βοηθήσεις όπως θα έπρεπε». Κι όμως, ακόμη και μετά τη λήψη ειδικότητας, βλέπει τον εαυτό της να εργάζεται στο ΕΣΥ. «Μου αρέσει το επείγον, να οργανώνομαι μέσα στο χάος», λέει.

Στα όρια

Η Καλλιόπη Φαλαλή έχει ήδη περάσει από τρεις διαφορετικές πραγματικότητες του ΕΣΥ: το υπερφορτωμένο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο «Αττικόν», το Γενικό Νοσοκομείο Μυτιλήνης «Βοστάνειο» – όπου συνεχίζει σήμερα την ειδικότητα Παθολογίας, με επόμενο σταθμό το ΠΑΓΝΗ – αλλά και το αγροτικό στη Σύμη, όπου βρέθηκε ξαφνικά να κρατά, μαζί με έναν ακόμη ή, στην καλύτερη, δύο νέους γιατρούς, την υγειονομική κάλυψη ενός ολόκληρου νησιού.

Οπως λέει, το νοσοκομείο της Μυτιλήνης βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση σε σχέση με πολλά άλλα επαρχιακά νοσοκομεία, αν και υπάρχουν οριακές ελλείψεις σε κρίσιμες ειδικότητες (π.χ. πνευμονολόγοι, νευρολόγοι και νεφρολόγοι). «Κάνουμε επτά εφημερίες, επτά ρεπό και τηρείται το νόμιμο ωράριο». Σπεύδει όμως να συμπληρώσει ότι αυτό δεν αποτελεί τον κανόνα στην περιφέρεια. Η ίδια εγκατέλειψε το «Αττικόν» κυρίως λόγω των συνθηκών – υπερεργασία, πίεση, ράντζα – αλλά και για προσωπικούς λόγους. Η Σύμη, εντούτοις, ήταν για εκείνη το… βάπτισμα του πυρός. Το Πολυδύναμο Περιφερειακό Ιατρείο διέθετε παθολόγο, καρδιολόγο και ορθοπεδικό. Οταν όμως έφτασε στο νησί, τον Φεβρουάριο του 2022, είχαν ήδη παραιτηθεί. «Βρήκα έναν ακόμη αγροτικό γιατρό και αργότερα ήρθε ένας τρίτος για λίγους μήνες».

Στην πράξη, δύο ή τρεις νέοι γιατροί χωρίς μεγάλη εμπειρία κλήθηκαν να καλύψουν τις ανάγκες περίπου 3.000 κατοίκων – το καλοκαίρι φτάνουν τις 10.000.

«Το κινητό δεν έκλεινε ποτέ»

«Για οκτώ μήνες ήμασταν δύο άτομα. Αυτό σήμαινε μισό μήνα εφημερία ο καθένας, παράλληλα με το πρωινό ωράριο. Το κινητό δεν έκλεινε ποτέ. Δεν μπορούσες να πας πουθενά χωρίς σήμα». Και ορισμένα περιστατικά μόνο απλά δεν ήταν: τραύματα, εγκεφαλικά, εμφράγματα.

Θυμάται ένα τροχαίο με δύο νεαρούς μέσα στη νύχτα. Αρχικά η κατάστασή τους δεν φαινόταν κρίσιμη, όμως αποφάσισαν με τον συνάδελφό της να ζητήσουν αεροδιακομιδή, παρότι ήταν τέσσερις τα ξημερώματα. «Τελικά ο ένας μπήκε κατευθείαν χειρουργείο στη Ρόδο με επισκληρίδιο αιμάτωμα. Αν περιμέναμε το πρωινό πλοίο, ίσως να μην τα είχε καταφέρει».

Η ίδια μιλάει ανοιχτά για τον φόβο που γεννά η έλλειψη εμπειρίας στο αγροτικό· κι έπειτα η πίεση στην ειδικότητα. Δεν έχει μετανιώσει για την επιλογή της, ενώ στέκεται κιόλας στις αντίξοες συνθήκες. «Υπάρχουν συνάδελφοι που αναγκάστηκαν να αλλάξουν ειδικότητα λόγω της δυσκολίας διαχείρισης του άγχους, το οποίο είναι αποτέλεσμα των ελλείψεων στο ΕΣΥ».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail