Το γεγονός ότι πολλοί ανάμεσά μας που το σύνολό τους συνιστά μια σοβαρή πλειοψηφία, μιλάνε και συμπεριφέρονται σαν να ζούνε μέσα σε μια γυάλα, δίχως καν να υπολογίζουν τους έστω και πολύ λιγότερους, σε σχέση με τους ίδιους, που ζουν έξω από αυτήν, θα έπρεπε όχι απλά να μας απασχολεί, αλλά να μας ανησυχεί, και μάλιστα πάρα πολύ.
Ενα εξόχως δραματικό φαινόμενο, καθώς δρομολογεί ακόμα και τα πιο ακραίας μορφής δυσάρεστα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα προς μια αδιέξοδη κατεύθυνση, αντιμετωπίζεται ως ένα πρόβλημα που, ακόμη και την ύστατη στιγμή, θα βρει τη λύση του, και μάλιστα με τον πιο ανώδυνο για μας τρόπο. Επομένως θα αισθανόταν πως κυριολεκτεί κανείς αν το χαρακτήριζε ως «το φαινόμενο της γυάλας», με τους πολιτικούς να διεκδικούν σε σχέση με τους «ενοίκους» της, πληθυσμιακά, τη μερίδα του λέοντος.
Αν και μιλάμε για έναν αριθμό γύρω στους 50 με 60 πολιτικούς όλων των κομμάτων, που έχουν σχεδόν το μόνιμο «στασίδι» τους στις τηλεοπτικές πολιτικές εκπομπές, αναρωτιέσαι ποιος ο λόγος να υφίστασαι αυτές τις ανανεούμενες παρουσίες, όταν ο καθένας γνωρίζει πλέον πολύ καλά, πριν καν ανοίξουν το στόμα τους και εκφέρουν την πρώτη λέξη, τι ακριβώς πρόκειται να πούνε, με ποια σειρά ως προς τη συζητούμενη θεματολογία και με ποια ακριβώς ένταση όσον αφορά τα σκαμπανεβάσματα της φωνής τους.
Ευγενείς (σπανιότατα) ή οργισμένοι (το συνηθέστερο), περισσότερο μοιάζει να συμμετέχουν σε ένα παιχνίδι οργανωμένο με την προϋπόθεση μιας συμπεριφοράς όπου η ευγένεια ή η οργή κάθε άλλο παρά είναι οι απρόβλεπτες αντιδράσεις σε μια ειλικρινή και αυθόρμητη συζήτηση. Αντίθετα, θα αποφαινόταν κανείς πως έχουμε να κάνουμε με μια απολύτως υπολογισμένη δοσολογία σε ευγένεια και σε θυμό ως τα κύρια στοιχεία προκειμένου να επιτευχθεί ένας πολύ συγκεκριμένος και κάθε άλλο παρά ανιδιοτελής, σε σχέση με όσους τον επικαλούνται ως σωτήριο, στόχος.
Επειδή όμως η ευγένεια και ο θυμός δεν είναι στοιχεία που παροπλίζονται και δεν χρειάζεται να οργανωθούν προκειμένου να πυροδοτηθούν, γίνεται εύκολα αντιληπτό πότε ανταποκρίνονται σε μια πραγματική ανάγκη και πότε η έκφρασή τους δεν έχει στοιχίσει απολύτως τίποτε σε όποιον φαίνεται να λειτουργεί υπό την επήρειά τους. Επομένως να μπορεί να αναπαραχθούν σε οποιαδήποτε στιγμή και σε οποιεσδήποτε συνθήκες, χωρίς τίποτε να τα δικαιολογεί, ιδιαίτερα τον θυμό, απλά και μόνο προς άγραν εντυπώσεων.
Βέβαια «ουδέν κακόν αμιγές καλού», και αυτή η εύκολα αντιληπτή αντίφαση κυρίως να θυμώνει, να οργίζεται ή να αγανακτεί κανείς κατά παραγγελία, και όχι βέβαια γιατί αισθάνεται κάτι αντίστοιχο, έχει ως αποτέλεσμα να συκοφαντείται έως την κατάργησή της η όποια πραμάτεια των πολιτικών, πριν ακόμα εκτεθεί σε κοινή θέα. Ανυπόληπτη από τα γεννοφάσκια της για έναν επιπλέον λόγο καθώς ως αποτέλεσμα η πραμάτεια αυτή τόσων συζητήσεων, συνεδριάσεων, διαβουλεύσεων, αντεγκλήσεων, επαφών με τον πολύ κόσμο στις λαϊκές αγορές, τρομάζει κανείς με τη φτώχεια της, αφού όλες οι πραμάτειες, όποια κι αν είναι τα κόμματα που τις «πουλάνε», δεξιά, κεντρώα ή αριστερά, να μπορούν να στεγάζονται αρμονικά κάτω από τις ίδιες λέξεις όπως «κράτος δικαίου», «ελπίδα», «αλλαγή», «ανατροπή» ή – για να μην ξεχνιόμαστε – «επανίδρυση του κράτους».
Οταν απευθύνεσαι σε οποιοδήποτε περιβάλλον, θεωρώντας πως τόσο κοινόχρηστες λέξεις μπορείς να τις μετέρχεσαι ως προσωπική, αποκλειστική σου ιδιοκτησία, γίνεσαι το πρώτο θύμα μιας «Βαβέλ» όπως, συνειδητά ή ασύνειδα, την επεξεργάζεσαι. Και ενώ οσμίζεσαι, αν δεν είσαι σίγουρος, την καταστροφή, χασκογελάς – μιλάμε πάντα για τους πολιτικούς αρχηγούς στις τηλεοπτικές εκπομπές – με την κυνικότητα του ανθρώπου που λογαριάζει τον εαυτό του ως το κέντρο του κόσμου.








