«Πάντα να ιστορικοποιείς!». Σπάνια τα βιβλία λογοτεχνικής θεωρίας, ιδίως όταν έχουν ένα πυκνό φιλοσοφικό υπόβαθρο, φηµίζονται για τις ατάκες τους. Αυτό δεν ισχύει για «Το πολιτικό ασυνείδητο. Η αφήγηση ως µια κοινωνικά συµβολική πράξη» του Φρέντρικ Τζέιµσον που επιτέλους κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κέδρος σε µετάφραση του Πάνου Σταθάτου, 45 χρόνια µετά την πρώτη του κυκλοφορία στα αγγλικά, και που ξεκινάει µε αυτή την ατάκα που έκτοτε συνδέθηκε µαζί του. Βεβαίως, ο τρόπος που σπεύδει ο Τζέιµσον να την επεξηγήσει αµέσως δείχνει επίγνωση ότι αυτό που ακολουθεί είναι µία από τις πιο σύνθετες προσπάθειες για µια µαρξιστικής έµπνευσης λογοτεχνική θεωρία: «Το σλόγκαν αυτό – η µοναδική απόλυτη και µπορούµε ακόµη να πούµε “διιστορική” προστακτική κάθε διαλεκτικής σκέψης – θα καταστεί, όπως είναι αναµενόµενο, και το δίδαγµα του “Πολιτικού ασυνείδητου”».
Γραμμένο στην περίοδο κατά την οποία στον αγγλοσαξονικό χώρο έχει προηγηθεί η «εισβολή» της «Γαλλικής Θεωρίας», από τις παραλλαγές του δομισμού έως όλες τις παραλλαγές του μεταδομισμού, από τον Φουκό μέχρι τους Ντελέζ και Γκουαταρί, το «Πολιτικό ασυνείδητο» αποπειράται να αντιπροτείνει μια μαρξιστική προσέγγιση που να μην καταλήγει μια εκδοχή κοινωνιολογικού αναγωγισμού. Η έννοια του πολιτικού ασυνείδητου διατυπώνεται ως ο τρόπος να εξερευνηθούν τα «πολλαπλά μονοπάτια που οδηγούν στην αποκάλυψη ότι τα πολιτισμικά τεχνουργήματα είναι κοινωνικά συμβολικές πράξεις». Ετσι, η προσπάθεια για έναν μη μηχανικό και απλουστευτικό μαρξισμό που να μπορεί να θεωρητικοποιήσει τις διαφορετικές διαμεσολαβήσεις που καταλήγουν στο λογοτεχνικό έργο, οφείλει να αναμετρηθεί από τη μια με το έργο του Αλτουσέρ, από την άλλη με το έργο του Λούκατς, την ώρα που η ίδια η έννοια του ασυνείδητου εμπεριέχει και έναν διάλογο με την ψυχανάλυση.
Ιστορία και μυθιστορία
Η αφετηρία είναι ότι, παρότι η Ιστορία δεν είναι ένα κείμενο, καθότι ουσιωδώς «μη αφηγηματική και μη αναπαραστάσιμη», την ίδια στιγμή είναι προσβάσιμη μόνο σε κειμενική μορφή. Αυτό αποκτά ξεχωριστή σημασία στην εποχή που διαμορφώνεται η ηγεμονία της αστικής τάξης. Γι’ αυτό στρέφεται στη βασική αφηγηματική μορφή του ρομάντζου, της μυθιστορίας, όπως αυτή αναλύεται στην «Ανατομία της κριτικής» του Νόρθροπ Φράι, θεωρώντας ότι προσφέρει την πιο ολοκληρωμένη θεωρία για ένα λογοτεχνικό είδος που στην επανεπινόησή του στην πρώτη περίοδο της ηγεμονίας της αστικής τάξης οδηγεί στην «υποκατάσταση του παλαιότερου μαγικού περιεχομένου από τις νέες θετικότητες (θεολογία, ψυχολογία, θεατρική μεταφορά)», ενώ αργότερα «η χαρακτηριστική εμμεσότητα ενός εκκολαπτόμενου μοντερνισμού, από τον Κάφκα μέχρι τον Κορτάσαρ, οριοθετεί τον χώρο του φανταστικού ως μία καθοριστική σημαντική απουσία στην καρδιά του εκκοσμικευμένου κόσμου».
Η στροφή του Τζέιμσον στη μελέτη του μυθιστορήματος προκύπτει από την αφετηρία ότι το τελευταίο «παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτό που μπορεί να ονομαστεί μια ιδιαζόντως αστική πολιτιστική επανάσταση – σε εκείνη την τεράστια διαδικασία μέσω της οποίας πληθυσμοί των οποίων οι συνήθειες ζωής διαμορφώθηκαν από άλλους τρόπους παραγωγής […] επαναπρογραμματίζονται αποτελεσματικά για να ζήσουν και να εργαστούν στον νέο κόσμο του καπιταλιστικού της αγοράς». Μέσα από εξαιρετικής πυκνότητας αναγνώσεις πρώτα του Μπαλζάκ και μετά του Κόνραντ, ο Τζέιμσον αναμετριέται με τη θέση του Λούκατς ότι ο λογοτεχνικός μοντερνισμός απλώς αντανακλά την πραγμοποίηση στην εποχή του καπιταλισμού, επιμένοντας ότι αποτυπώνει ταυτόχρονα και μια ουτοπική δυναμική: «Στη δική μας ανάγνωση του λόρδου Τζιμ, το βάρος έπεσε στην αποκατάσταση ολόκληρου του κοινωνικού συγκεκριμένου υπόβαθρου του εξορθολογισμού και της πραγμοποίησης του 19ου αιώνα, των οποίων αυτό το μυθιστόρημα αποτελεί, με τρόπο ισχυρό και σε πολλά μορφολογικά επίπεδα, την έκφραση και ταυτόχρονα το ουτοπικό αντιστάθμισμα».
Μια αυθεντικά μαρξιστική εκδοχή
Γενικεύοντας τα συμπεράσματα από τις επιμέρους μελέτες του, ο Τζέιμσον επιμένει ότι ο μαρξισμός δεν περιορίζεται στην αντίληψη της ιδεολογίας ως «ψευδούς συνείδησης» και έχει μια πολύ πιο σύνθετη αντίληψη της παραγωγής νοήματος. Οπως σημειώνει: «Το ιδεώδες της ελπίδας ή της ουτοπικής παρόρμησης του Ερνστ Μπλοχ· η αντίληψη του Μιχαήλ Μπαχτίν για τη διαλογικότητα ως ρήξη με το μονοδιάστατο κείμενο της αστικής αντίληψης, ως μια καρναβαλική διασκόρπιση της ηγεμονικής ευταξίας της κυρίαρχης κουλτούρας· η σύλληψη, από τη Σχολή της Φρανκφούρτης, της ισχυρής μνήμης ως του ίχνους της ικανοποίησης, της επαναστατικής δύναμης εκείνης της promesse de bonheur που εγγράφεται με τον πιο άμεσο τρόπο στο αισθητικό κείμενο: όλες αυτές οι θεωρήσεις υπαινίσσονται μια πληθώρα επιλογών για την άρθρωση μιας αυθεντικά μαρξικής εκδοχής του νοήματος πέραν του αμιγώς ιδεολογικού».
Ουσιαστικά, ο Τζέιμσον επιδιώκει να απαντήσει ένα ερώτημα κρίσιμο για τη μαρξιστική προσέγγιση στη λογοτεχνική θεωρία και κριτική: πώς γίνεται ένα κείμενο να εκπληρώνει μια ηγεμονική ιδεολογική λειτουργία, δηλαδή να νομιμοποιεί – ή να αξιοποιείται για να νομιμοποιήσει – μορφές ταξικής κυριαρχίας, αλλά την ίδια στιγμή «να ενσαρκώνει μία καθαρά ουτοπική παρόρμηση ή να εκφράζει μία οικουμενική αξία που δεν αντιστοιχεί στα στενότερα όρια του ταξικού προνομίου που χαρακτηρίζει την αμεσότερη ιδεολογική του αποστολή». Ο Τζέιμσον το αποδίδει στο γεγονός ότι κάθε ιδεολογία «είναι από την ίδια της τη φύση ουτοπική». Η ανάδυση των αντιστάσεων των υποτελών τάξεων, αυτών που υφίστανται την εκμετάλλευση και την καταπίεση, και ο κίνδυνος να ενοποιηθούν, δημιουργούν «το ανεστραμμένο είδωλο της ταξικής αλληλεγγύης ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις». Ως αποτέλεσμα «ακόμη και η ηγεμονική ή κυρίαρχη κουλτούρα είναι ουτοπικές, όχι παρά την εργαλειακή λειτουργία τους να διασφαλίζουν και να διαιωνίζουν ταξικά προνόμια και εξουσίες, αλλά ακριβώς επειδή αυτή η λειτουργία τους αποτελεί αυτή καθαυτήν την επιβεβαίωση της συλλογικής αλληλεγγύης». Και αυτό συνεπάγεται ότι μια «μαρξιστική αρνητική ερμηνευτική», ως ιδεολογική ανάλυση με τη στενή έννοια, συνδυάζεται με μια «μαρξιστική θετική ερμηνευτική ή με μια αποκρυπτογράφηση των ουτοπικών παρορμήσεων των ίδιων αυτών πολιτισμικών κειμένων που παραμένουν ιδεολογικά».








