Παλιά κόμματα με καινούργια ονόματα, νέοι πολιτικοί με παλιές ιδέες, άλλοι που δεν θέλουν να πάρουν απόφαση ότι πάλιωσαν, και ένα «καινούργιο» που όσα χέρια μπογιά κι αν το έχουν περάσει, το αρχικό χρώμα, το ορίτζιναλ, βγαίνει στην επιφάνεια. Δεν θυμάμαι ποτέ άλλοτε την πολιτική σκηνή να είναι τόσο διάφανη, εκτός κι αν με τα χρόνια οξύνθηκε η όρασή μου. Τα πάντα φαίνονται, και μάλιστα όσο περισσότερο προσπαθούν να τα κρύψουν τόσο πιο διακριτά είναι. Σχέδια, φιλοδοξίες, προγράμματα, απωθημένα, δρομολογήσεις, συνεργασίες, λυκοφιλίες, συγκρούσεις για τα μάτια του κόσμου. Σαν τις «κλεμμένες» εικόνες από τα ανοιχτά παράθυρα, τώρα που άρχισε να καλοκαιριάζει. Που στην αρχή σού φαίνονται άγνωστες, αμέσως όμως συνειδητοποιείς ότι τις έχει δει και ξαναδεί. Και η πολιτική χωρίς μια δόση μυστηρίου είναι κάπως πληκτική.
Ετσι λοιπόν σήμερα θα ασχοληθώ με ένα πραγματικό μυστήριο που παραμένει άλυτο εδώ και διακόσια, σχεδόν, χρόνια, παρόλο που οι έρευνες δεν σταμάτησαν ποτέ. Το 2024, με τη βοήθεια των σύγχρονων μεθόδων διερεύνησης, αποδείχθηκε ποιος δεν ήταν ο Κάσπαρ Χάουζερ. Από το 1828 όμως ουδείς κατάφερε να αποδείξει ποιος είναι. Στις 26 Μαΐου λοιπόν, εκείνη τη χρονιά, ένα αγόρι εμφανίστηκε να περπατά σαν ζαλισμένο κοτόπουλο στους δρόμους της Νυρεμβέργης. Φορούσε αγροτικά ρούχα και παρ’ όλο που φαινόταν έφηβος, η συμπεριφορά του ήταν μικρού παιδιού. Επαναλάμβανε μόνο μια πρόταση, όχι επειδή είχε πρόβλημα στην ομιλία, αλλά επειδή δεν είχε μάθει να λέει κάτι άλλο. «Θα ήθελα να γίνω ιππέας όπως ο πατέρας μου και άλογο». Σε ό,τι τον ρωτούσαν απαντούσε κλαίγοντας «Δεν ξέρω». Ηξερε όμως πώς το έλεγαν: Κάσπαρ Χάουζερ. Πάνω του βρέθηκαν δύο επιστολές που επιβεβαίωναν το όνομά του, διευκρίνιζαν ότι είχε γεννηθεί το 1812, ενώ ο συντάκτης τους έλεγε ότι, επειδή οι γονείς του είχαν πεθάνει, τον ανέλαβε από μωρό αλλά δεν τον άφηνε να βγει από το σπίτι.
Τον Κάσπαρ ανέλαβε ο δήμαρχος της πόλης, ο οποίος διαπίστωσε ότι το παιδί δεν ήταν πνευματικά καθυστερημένο, αντίθετα μάλιστα είχε δυνατή αντίληψη και πολύ καλή μνήμη. Οταν έμαθε να μιλά, διηγήθηκε τη δική του εκδοχή για τη ζωή του. Οτι είχε περάσει όλα του τα χρόνια σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με ένα ξύλινο άλογο για παιχνίδι. Κάποιος που δεν είχε δει ποτέ το πρόσωπό του, του έφερνε μόνο νερό και ψωμί και κάποιες φορές που το νερό τού φαινόταν πικρό, κοιμόταν πολλές ώρες και, όταν ξυπνούσε, διαπίστωνε ότι φορούσε καινούργια ρούχα και είχαν κόψει τα μαλλιά και τα νύχια του.
Η περίπτωσή του προκάλεσε το ενδιαφέρον όλης της Ευρώπης. Ανθρωποι κατέφθαναν από διάφορες χώρες μόνο και μόνο για να τον δουν. Τότε μάλιστα άρχισε να κυκλοφορεί μια φήμη ότι ήταν μέλος της δυναστείας των Μπάντεν, και αυτή ακριβώς η εκδοχή απορρίφθηκε με τη βούλα το 2024, ύστερα από σύγκριση αλληλουχιών μιτοχονδρικού DNA.
Σκηνοθέτησε ζωή και θάνατο;
Ενάμισι, περίπου, χρόνο μετά την πρώτη του εμφάνιση, ο Χάουζερ βρέθηκε με μία πληγή στο μέτωπο, στο κελάρι του δικηγόρου που τον είχε αναλάβει. Ισχυρίστηκε ότι του είχε επιτεθεί κάποιος με τσεκούρι αλλά υπήρχαν και κάποιοι που μίλησαν για σκηνοθετημένο επεισόδιο ώστε να κερδίσει τη συμπάθεια του κόσμου. Οπως και όταν, λίγους μήνες αργότερα, περιέγραψε πώς αυτοτραυματίστηκε με όπλο που εκπυρσοκρότησε κατά λάθος.
Το 1833 ο Χάουζερ ζούσε υπό την προστασία του βρετανού λόρδου Στάνχοουπ. Τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς κάποιοι τού έδωσαν ραντεβού, υποτίθεται για να του αποκαλύψουν στοιχεία της καταγωγής του. Οταν επέστρεψε στο σπίτι του ισχυρίστηκε ότι τον μαχαίρωσαν. Εξέπνευσε δύο μέρες αργότερα, αλλά πολλοί πίστεψαν ότι πρόκειται για μία ακόμη σκηνοθεσία καθώς είχε αρχίσει να μειώνεται το ενδιαφέρον του κόσμου. Αυτό το τελευταίο μού θυμίζει έλληνες πολιτικούς της εποχής μας. Που σκηνοθετούν το παρελθόν και το παρόν τους και, το χειρότερο, νομίζουν ότι μπορούν να σκηνοθετήσουν και το μέλλον τους.








