Επειτα από συζητήσεις, ζυμώσεις και κουραστική αναμονή, μια πολιτική ανασύνταξη ακάθεκτη φαίνεται να έρχεται στον ορίζοντα. Προετοιμάστηκε στο υπόβαθρο, βγαίνει δειλά και προοδευτικά στην επιφάνεια, μορφοποιείται και διεκδικεί υπόσταση. Μπροστά μας, οι μέρες που έρχονται στο τέλος του Μαΐου και του πρώτου μήνα του καλοκαιριού, αλλάζει αυτό που ονομάζουμε πολιτικό σκηνικό, νέοι συντελεστές αναζητούν θέση και ρόλο, η πολιτική σύγκρουση εμπλουτίζεται και αυτό που ως χθες υπήρξε έχει ήδη εν δυνάμει μπει στον δρόμο της αλλαγής του, με άγνωστη την έντασή της και τις λεπτομέρειες της τροπής της.
Με το κυβερνητικό σχήμα να πατάει σε λίγο στο όγδοο έτος της διακυβέρνησης, ο χρόνος, η μερικά αποτελεσματική διαχείριση, ο αρνητικός συνολικά απολογισμός, σε σύγκριση με τις υποσχέσεις και τους διακηρυγμένους στόχους, ο τρόπος, η στάση και το ύφος των κυβερνητικών, όλα μαζί ως φιλοσοφία διακυβέρνησης, έφεραν τη φθορά και την κόπωση. Λίγες ώρες πριν από το συνέδριό του, το κυβερνών κόμμα καταγράφεται σε χαμηλά ποσοστά αποδοχής και οι πιο ώριμοι και ψύχραιμοι παράγοντες της κυβερνητικής παράταξης έχουν πλέον συνείδηση αυτής της πολιτικής εξάντλησής του.
Αν για το κυβερνών κόμμα ο στόχος της αυτοδυναμίας είναι σήμερα αυτονόητα μη ρεαλιστικός, για την αντιπολίτευση, η κρισιμότητα της καμπής, που σηματοδοτεί το τέλος αυτής της φάσης, αποκτά καθοριστική σημασία, αφού η έκβαση της πολιτικής σύγκρουσης, στον πέραν της κυβέρνησης χώρο, θα ορίσει για μακρύ χρόνο τον συσχετισμό των δυνάμεων, την αποδοχή των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων, όπως – και κυρίως – τη δυναμική της ανασύνθεσης, που υποχρεωτικά θα προκύψει ως ανάγκη από την πρώτη κάλπη. Στη γραμμή αυτής της σύγκρουσης, το αναμενόμενο κόμμα του κ. Τσίπρα και το ιστορικό ΠΑΣΟΚ, θα βρεθούν αντιμέτωπα σε μια αναμέτρηση εκλογικής κατάταξης, που δεν θα έχει επιστροφή, ιδιαίτερα μετά την εμπειρία της κρίσης, την αποτίμηση πολιτικών και προσώπων, την αξιολόγησή τους, ως προς τη δυνατότητα εγκατάστασης νέων σχέσεων εξουσίας, μετά τη σημερινή διακυβέρνηση και το παράδειγμά της.
Η συμμετοχή ενός μη κλασικού πολιτικού σχηματισμού, όπως αυτός της κ. Καρυστιανού, χωρίς δοκιμασμένη παρουσία και χωρίς πολιτική ταυτότητα διαυγή, προσθέτει στη μεταβολή σε εξέλιξη στοιχεία αντισυμβατικής πολιτικής διάστασης, όπως το συναίσθημα, ως κύριο παράγοντα εκλογικής συμπεριφοράς ή το ευρύ ηθικό αίτημα κανονικής θεσμικής λειτουργίας, με την ελπίδα της τιμωρίας να υποβόσκει και την προσδοκία, σχεδόν εσχατολογική, να γίνει «πιο δίκαιος ο κόσμος».
Αυτή, θα λέγαμε, είναι μια μείξη των δεδομένων και της πολιτικής διαλεκτικής που σχεδόν νομοτελειακά τίθεται σε κίνηση, έχει ήδη τεθεί σε κίνηση, και σαν ποτάμι ανοίγει σιγά – σιγά την κοίτη του. Αυτό το σκηνικό που μας άφησε ο Ιούνιος του 2023, τότε που το κυβερνών κόμμα για τελευταία φορά αξιοποίησε εκλογικά, ως απειλή, τον ΣΥΡΙΖΑ, έχει πλέον ως πολιτική πραγματικότητα εκπνεύσει. Οι ευρωεκλογές ήταν μια πνοή του τέλους. Οι επόμενες εκλογές, όταν έρθει η ώρα τους, θα ανακεφαλαιώσουν την εμπειρία και θα μας δείξουν, αν και σε πιο βαθμό μια κοινωνία αντέχει να ανταποκριθεί στην πολιτική κρίση που τη διαπερνά.
Ο Λευτέρης Κουσούλης είναι πολιτικός επιστήμονας







