Η προετοιμασία για τον αναπόφευκτο θάνατο πρέπει έτσι κι αλλιώς ν’ αποτελεί αντικείμενο της εκπαίδευσης από την αρχή της εφηβείας. Ο Θάνατος, ως ποινή, ως κίνδυνος, ως εγκληματική πράξη κι εντέλει ο Θάνατος ως δικαίωμα συγκροτούν ένα τετράγωνο μέσα στο οποίο κινείται άναρχα, τυφλά ή και με πανικό η ψυχοσύνθεση των περισσοτέρων ανθρώπων από γεννησιμιού τους, είτε το συνειδητοποιούν και το παραδέχονται, είτε όχι.
Επειδή η ζωή δεν είναι αιώνια κι επειδή ο χρόνος λειτουργεί τελικά σε βάρος της ποιότητας της καθημερινότητας, συχνά ορισμένοι αποδοκιμάζουν την ίδια τη ζωή τους [ή καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο τη μεταχειρίστηκαν] συντομεύοντας το μαρτύριό τους. Στην ουσία «σκοτώνουν τον άλλον, τον μισητό εαυτό τους».
Το Τίποτα, το Κενό, η Ματαιότητα, η Μοναξιά θολώνουν, αν δεν ακυρώνουν, το Νόημα της Ζωής, με συνέπεια αυτοί οι άνθρωποι να μην μπορούν ν’ αντέξουν την πίεση της αγωνίας για την επιβίωσή τους και προχωρούν στην αυτοχειρία, ελπίζοντας ότι μετά θάνατον «ένας νέος καλύτερος κύκλος θ’ ανοίξει». Αλλοι ιδανικοί αυτόχειρες, άλλοι από απελπισία / κατάθλιψη, άλλοι από ψυχοπάθεια ή αυτοτιμωρία, άλλοι από ανακούφιση, όλοι όσοι αφαίρεσαν τη ζωή τους είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: την αυτο-θυσία ως αμετάκλητη απόφαση αδυναμίας διαχείρισης της παρούσας κατάστασης. Ανεξάρτητα από τις διάφορες και διαφορετικές αιτιολογίες του απονενοημένου διαβήματος [δειλία / ηρωισμός, απόγνωση, φόβος, λιποταξία / επιδημία, παιχνίδι / θεοδικία, ανομία / μοιρολατρία / ναρκισσισμός / αλτρουισμός], το «δικαίωμα στον [αυτο]θάνατο», ως ευθεία και άμεση συνέπεια του «δικαιώματος στη ζωή», έχει πολλές φιλοσοφικές, ψυχοκοινωνικές, πολιτισμικές, ακόμα κι εγκληματολογικές / ποινικές πτυχές προς διερεύνηση.
Το αν η ζωή ενός ανθρώπου ανήκει στον ίδιον, στους γεννήτορές του, στο Κράτος, στην επιστήμη ή εν τέλει στον Θεό, έχει λυθεί στις σύγχρονες κοινωνίες και τα Συντάγματα προστατεύουν την αξία, την αξιοπρέπεια, τον αυτοπροσδιορισμό και την αυτοδιάθεση του καθενός. Συνεπώς η εξουσία ζωής και θανάτου [jus vitae necisque] του ρωμαϊκού δικαίου ή η ποινική μεταχείριση της αυτοκτονίας έχουν περάσει πλέον στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας
Προφανώς όλοι οι άνθρωποι – έκαστος για τον δικό του λόγο – δεν είναι το ίδιο ευάλωτοι ή επιρρεπείς στο να πάρουν τον θάνατο στα χέρια τους. Η ατομική διακινδύνευση, το ρίσκο αυτο-θανάτωσης, σχετίζεται με προσωπικά και περιβαλλοντικά δεδομένα [ενσυναίσθησης, αδιαφορίας, απόρριψης, ψυχικής έντασης κ.λπ.], κρίσιμα στοιχεία των οποίων είναι και ο τόπος, ο χρόνος και ο τρόπος περάσματος στην πράξη.
Πολλοί επιστήμονες επιχειρούν να φωτίσουν τα πραγματικά κίνητρα μέσα από μηνύματα / συμβολισμούς ή προειδοποιήσεις, δεδομένου ότι η πράξη έχει για τον κάθε αυτόχειρα «ειδικό νόημα». Αλλωστε το πώς βιώνει ο καθένας [πριν από την πράξη του] την όλη κατάσταση δεν μπορεί ν’ αποτελέσει αντικείμενο σύγκρισης ή γενίκευσης. Το γεγονός ότι στην αυτοκτονία συμπίπτουν και ταυτίζονται οι ιδιότητες του θύτη και του θύματος επέτρεψε στο ποινικό δόγμα ν’ αποφανθεί ότι η εν λόγω συμπεριφορά δεν τυποποιείται σε έγκλημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλες οι κοινωνίες αντιμετώπισαν με τον ίδιο τρόπο το θέμα του θανάτου – αυτοκτονίας. Αλλες το εξόρκιζαν, άλλες το τιμωρούσαν, άλλες το ανέχονταν υπό όρους.
Από τον φόβο του [κακού;] τέλους της ζωής στην αποδοχή του [καλού;] θανάτου, μιας ετεροχρονισμένης συντόμευσης απόφαση.
Το δέος ενώπιον της ανίερης προσβολής του Θείου από τη σύντμηση της ζωής ως πράξης ελευθερίας, καθώς και ο τρόμος να καταστεί ο καθένας δικαστής, δήμιος και θύμα του εαυτού του, ως σύνδρομο των υπαρξιακών αδιεξόδων του σύγχρονου ανθρώπου, περιπλέκει την προσέγγιση. Σε κάθε περίπτωση το δίλημμα «υπέρ της ζωής ή της προσωπικής ελευθερίας;» το απαντάει κάθε πολιτισμός με τα δικά του δεδομένα.
Ο Γιάννης Πανούσης είναι ομότιμος καθηγητής Εγκληματολογίας στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε. του ΕΚΠΑ και πρώην Πρύτανης του Πανεπιστημίου Θράκης. Εχει διατελέσει υπουργός Προστασίας του Πολίτη







