Η Ελλάδα έχει συνδέσει στενά την ασφάλειά της με το Ισραήλ ως αποτρεπτικό παράγοντα απέναντι στην Τουρκία. Η σύμπλευση με ένα στρατιωτικά ικανό και τεχνολογικά προηγμένο κράτος που βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την Τουρκία έχει λογική. Ωστόσο υπάρχουν ρίσκα. Η Ελλάδα εμφανίζεται ταυτισμένη με το Ισραήλ στην πιο αιματηρή σύγκρουση της Μέσης Ανατολής μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ομως η ελληνική κοινή γνώμη δεν υιοθετεί τις ισραηλινές πρακτικές στη Γάζα και τον Λίβανο. Οικονομικά, ο πόλεμος έχει πλήξει σοβαρά τα ελληνικά νοικοκυριά. Μετά τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν, οι τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν από περίπου 67 δολάρια το βαρέλι σε πάνω από 100, πυροδοτώντας πληθωρισμό. Δεκάδες ελληνικά πλοία παραμένουν εγκλωβισμένα στον Κόλπο.

Στο επίκεντρο αυτής της δυναμικής βρίσκεται ο Νετανιάχου. Κυβερνά γνωρίζοντας ότι η απώλεια της εξουσίας θα μπορούσε να τον οδηγήσει ενώπιον ποινικού δικαστηρίου για υποθέσεις διαφθοράς. Η επιβίωσή του εξαρτάται από την παραμονή στην εξουσία, ενώ η συνέχιση της περιφερειακής αντιπαράθεσης ενισχύει τη θέση του στο εσωτερικό. Υπάρχει το ζήτημα του μη δηλωμένου ισραηλινού πυρηνικού οπλοστασίου. Το Ισραήλ ούτε επιβεβαιώνει ούτε διαψεύδει την ύπαρξή του και δεν έχει ποτέ διατυπώσει δόγμα που να διέπει τη χρήση του. Ο μεγαλύτερος μακροπρόθεσμος κίνδυνος όμως είναι ότι η ισραηλοτουρκική αντιπαλότητα μπορεί να αποδειχθεί προσωρινή.

Η ρήξη στις σχέσεις Αγκυρας – Τελ Αβίβ δεν προέκυψε από γεωπολιτικά αντικειμενικές συνθήκες, αλλά από την εσωτερική πολιτική της Τουρκίας. Τη δεκαετία του 1990, το Ισραήλ διατηρούσε στενές σχέσεις με το κοσμικό στρατιωτικό κατεστημένο της Τουρκίας. Οι δύο χώρες συνεργάζονταν απέναντι στη Συρία, το Ιράν και την περιφερειακή αστάθεια. Η σχέση κατέρρευσε μόνο όταν ο Ερντογάν αποδυνάμωσε το κοσμικό «βαθύ κράτος», υιοθέτησε ισλαμιστική και φιλοπαλαιστινιακή πολιτική και μετέτρεψε την αντιπαράθεση με το Ισραήλ σε εσωτερικό εργαλείο. Η καθοριστική ρήξη ήρθε μετά το επεισόδιο της ανθρωπιστικής νηοπομπής του «Mavi Marmara» προς τη Γάζα το 2010.

Δεν υπάρχει τίποτε μόνιμο σε αυτή την εχθρότητα. Οι διάδοχοι του Ερντογάν και του Νετανιάχου θα μπορούσαν να επανεκτιμήσουν τη στρατηγική αξία της αντιπαράθεσης. Τη δεκαετία του 1990, το Ισραήλ αποκόμισε τεράστια οφέλη από τη συμμαχία του με την Τουρκία: στρατιωτική συνεργασία, ανταλλαγή πληροφοριών, στρατηγικό βάθος, υπερπτήσεις, εμπόριο με μια μεγάλη αγορά και επιρροή στο νότιο σκέλος του ΝΑΤΟ. Το ισραηλινό λόμπι στην Ουάσιγκτον συνεργαζόταν με την Τουρκία, συχνά εις βάρος ελληνικών και κυπριακών συμφερόντων. Το συγκεντρωτικό πολιτικό σύστημα της Τουρκίας μπορεί σήμερα να καταπνίξει την αντι-ισραηλινή κοινή γνώμη όταν το απαιτούν στρατηγικά συμφέροντα. Συνεπώς, η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια δύσκολη πραγματικότητα: το Ισραήλ μπορεί να είναι σήμερα ο σημαντικότερος στρατιωτικός σύμμαχος της Αθήνας, αλλά δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι δεν θα στραφεί ξανά προς την Αγκυρα.

Υπάρχει επίσης κίνδυνος εμπλοκής. Τα κράτη του Κόλπου δεν επιδίωξαν πόλεμο με το Ιράν, αλλά υπέστησαν σοβαρές συνέπειες όταν η σύγκρουση επεκτάθηκε. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βίωσαν κάτι παρόμοιο στον Λίβανο το 1982, εισερχόμενες ως σταθεροποιητική δύναμη έπειτα από ισραηλινή εισβολή, για να εμπλακούν τελικά στη σύγκρουση. Μια αντιπαράθεση που εμπλέκει ισραηλινές και τουρκικές επιχειρήσεις στη Συρία ή στην Ανατολική Μεσόγειο θα μπορούσε να κλιμακωθεί γρήγορα, παρασύροντας την Ελλάδα σε μια σύγκρουση που ούτε ξεκίνησε ούτε ελέγχει. Η Ελλάδα δεν μπορεί να οικοδομήσει το στρατηγικό της μέλλον γύρω από μια συμμαχία που η Τουρκία θα μπορούσε να ανατρέψει αποκαθιστώντας τις σχέσεις της με το Ισραήλ.

Ο Πάτρικ Θέρος είναι αμερικανός διπλωμάτης, πρώην πρεσβευτής

στο Κατάρ (1995-1998)

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail