Η επίσκεψη ήταν χωρίς αμφιβολία επιτυχημένη. Υπογράφηκαν συμφωνίες, ανανεώθηκε η στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών, διακηρύχθηκε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο η έμπρακτη αλληλεγγύη της Γαλλίας σε περίπτωση που απειληθεί η εθνική κυριαρχία της Ελλάδας. Στην ατμόσφαιρα υπήρχε ένας αέρας από τα παλιά, τότε που η παγκόσμια οικονομία δεν ήταν έρμαιο προσωπικών τυχοδιωκτισμών και οι διεθνείς σχέσεις διέπονταν από κάποιους κανόνες – ή, έστω, τηρούνταν κάποια προσχήματα.
Κι όμως, στο μεγάλο αθηναϊκό δωμάτιο όπου έγιναν οι επαφές του προέδρου Μακρόν υπήρχε ένας ελέφαντας. Πάνω από τις διακηρύξεις, τις βεβαιώσεις και τις δεσμεύσεις πλανιόταν ένα φάντασμα, που κάναμε ότι δεν βλέπαμε αλλά ήταν εκεί, απειλητικό, αποφασιστικό, σίγουρο για τον εαυτό του. Για το όνομά του υπάρχουν αντιδικίες: άλλοι το αποκαλούν Ακροδεξιά, άλλοι νατιβιστική Δεξιά κι άλλοι μιλούν απλώς για κάτι υπερσυντηρητικό. Δεδομένη δεν είναι η ταυτότητά του, ούτε καν το φύλο του, μπορεί να λέγεται Λεπέν, μπορεί και Μπαρντελά. Με το να το αγνοούμε όμως, δεν το κάνουμε να εξαφανιστεί.
Η δραματοποίηση δεν είναι καλός σύμβουλος. Κατά πρώτον, δεν είναι βέβαιο ότι ο επόμενος πρόεδρος της Γαλλίας θα προέρχεται από το αντισυστημικό στρατόπεδο: ο Εντουάρ Φιλίπ έχει αρκετές πιθανότητες να τα καταφέρει. Κατά δεύτερον, ακόμη κι αν ο Μακρόν δώσει τη θέση του στον Μπαρντελά, ορισμένα πράγματα πιθανότατα δεν θα αλλάξουν. Η επέκταση της γαλλικής πυρηνικής ασπίδας και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αποτελεί μια εθνική στρατηγική επιλογή. Η μακρονική διαβεβαίωση «αν δεχθείτε απειλή, είμαστε εδώ» δεν θα ακυρωθεί, έστω κι αν θα ακούγεται λιγότερο πειστική. Η πολιτική απέναντι στη μετανάστευση είναι ήδη τόσο σκληρή, ώστε αναρωτιέται κανείς τι περιθώρια υπάρχουν για να γίνει ακόμη σκληρότερη. Με την Εθνική Συσπείρωση όμως να διοικεί τη Γαλλία, η Ευρώπη θα είναι μια διαφορετική ήπειρος, τόσο σε συμβολικό όσο και σε ουσιαστικό επίπεδο.
Μια τέτοια προοπτική δεν είναι κάπου γραμμένη ούτε αποτελεί συνάρτηση τυχαίων παραγόντων. Το ότι ο εκπρόσωπος της Ακροδεξιάς είναι πρώτος με διαφορά στις δημοσκοπήσεις εννιά χρόνια μετά την πρώτη εκλογή του Εμανουέλ Μακρόν είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της πολιτικής τόσο του τελευταίου, όσο και των Βρυξελλών. Οι Γάλλοι δεν αποφάσισαν ξαφνικά να θάψουν τον φιλελευθερισμό. Τους ενοχλεί όμως η αλαζονεία της εξουσίας, όπως τους ενοχλεί και η διαιώνιση, αν όχι όξυνση, των ανισοτήτων.
Υπάρχουν λύσεις γι’ αυτά τα προβλήματα, τόσο σε τοπικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δικαίως Μακρόν και Μητσοτάκης ξεκαθάρισαν προς τους Βορείους ότι δεν θα δεχθούν την αποπληρωμή του χρέους της περιόδου Covid και τάχθηκαν υπέρ της έκδοσης νέων ευρωομολόγων. Ενα επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι η εξέταση του φόρου Ζουκμάν στα κέρδη των υπερπλούσιων, ώστε να μειωθούν και οι επιπτώσεις του αναγκαίου εξοπλισμού της Ευρώπης στο κοινωνικό της κράτος. Τόλμη χρειάζεται. Αν όχι τώρα, πότε;






