Αυτή είναι μια μοναδική στιγμή στην Ιστορία – είπε ο πρόεδρος Μακρόν – καθώς ένας πρόεδρος των ΗΠΑ, ένας πρόεδρος της Ρωσίας κι ένας πρόεδρος της Κίνας είναι και οι τρεις ανοιχτά εχθρικοί απέναντι στην Ευρώπη. «Αυτή, λοιπόν, είναι η σωστή στιγμή για εμάς. Ευκαιρία να ξυπνήσουμε».
Γοητευτική διατύπωση. Αλλά θέτει δύο ειδών ερωτήματα. Το ένα, αν η Ευρώπη, «ξυπνώντας» έστω, μπορεί στ’ αλήθεια να σταθεί ως μεγάλη δύναμη στη νέα διεθνή διάταξη, ικανή να προστατεύσει την ασφάλεια, την ευημερία, τις αξίες και τον τρόπο ζωής της. Κι ένα δεύτερο, ποια θέση μπορεί να βρει η Ελλάδα στην πορεία προς την περίφημη «στρατηγική αυτονομία» της Ευρώπης. Πώς θα ισορροπήσει ανάμεσα στην παραδοσιακή αμυντική της εξάρτηση από τις ΗΠΑ και τη συμμετοχή της στη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, που θα στηρίζεται σε συμμαχίες προθύμων.
Τα δεδομένα είναι γνωστά. Η ευρωπαϊκή οικονομία υπολείπεται σημαντικά της αμερικανικής, αλλά είναι ισοδύναμη της κινεζικής και δεκαπλάσια σχεδόν από τη ρωσική. Υστερεί σε παραγωγικότητα, τεχνολογία και καινοτομία έναντι των δύο μεγαλύτερων δυνάμεων, αλλά μόνον επειδή δεν αξιοποιεί τους πόρους της.
Η ευρωπαϊκή αποταμίευση είναι μεγαλύτερη της αμερικανικής, αλλά αντί να χρηματοδοτεί μεγάλες επενδύσεις που κάνουν τη διαφορά, ιδίως στους τομείς αιχμής, χάνεται σε εθνικές, μικρής κλίμακας επενδύσεις ή μεταναστεύει στις ΗΠΑ, όπου χρηματοδοτεί εταιρείες που αξιοποιούν μια ενιαία και πιο ευέλικτη αγορά κεφαλαίων.
Τέλος, οι αμυντικές δαπάνες της Ευρώπης των 27, ιδίως αν συνυπολογιστούν η Βρετανία και η Νορβηγία, είναι διπλάσιες σχεδόν των κινεζικών και τετραπλάσιες των ρωσικών. Και αν υπολείπονται των αμερικανικών, που ήταν διπλάσιες πριν από την αύξηση κατά 50% που ανακοίνωσε ότι θα επιδιώξει ο πολέμαρχος Τραμπ, η απόσταση στη χρηματοδότηση δεν δικαιολογεί την απόκλιση σε μέσα, καινοτομία, συνολική αποτρεπτική δύναμη και αποτελεσματικότητα. Δεν είναι θέμα δαπανών, είναι θέμα συντονισμού.
Δύο εμβληματικά κείμενα δύο σπουδαίων Ιταλών, οι εκθέσεις Ντράγκι και Λέτα, έχουν δείξει τον δρόμο για την υπέρβαση της σημερινής ευρωκαχεξίας και την πρόληψη του θανάσιμου κινδύνου να βρεθεί στο ορατό μέλλον η Ευρώπη σε θέση τόσο μεγάλης αδυναμίας ώστε να μην μπορεί πια να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία, την ευημερία, τον τρόπο ζωής και τη δημοκρατία της. Αλλά ενώ διαβάστηκαν πολύ και επαινέθηκαν από πολλούς, τα δύο κείμενα περιμένουν τη στιγμή που θα αρχίσουν να περνούν από τη θεωρία στην πράξη.
Ποιο είναι το εμπόδιο; Μια διπλή έλλειψη: ηγετικής τόλμης και κοινωνικής συναίνεσης. Το πρώτο είναι αγαθό εν ανεπαρκεία, έτσι κι αλλιώς. Μα ως προς το δεύτερο ο Μακρόν ίσως έχει δίκιο. Η στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στην Ευρώπη, το αλάτι των χοντροκομμένων προσβολών που η προσωπικότητα Τραμπ ρίχνει στην πληγή μιας μακροπρόθεσμης τάσης αναθεώρησης των ατλαντικών προτεραιοτήτων της Αμερικής και η επίδειξη αμερικανικής αναξιοπιστίας στην περιοχή του Περσικού Κόλπου, όλα μαζί μπορεί να γίνουν πράγματι η «στιγμή της Ευρώπης» και της απονομιμοποίησης του «τραμπικού» ρεύματος στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Η ήττα του Ορμπαν, που, όπως λέει ο Ιβάν Κράστεφ, ήταν για τη σύγχρονη Δεξιά ό,τι ήταν για την Αριστερά της δεκαετίας του ’70 ο Κάστρο, είναι ίσως ένα σημείο καμπής. Στον κόσμο της «πατριωτικής» αντευρωπαϊκής Δεξιάς καταγράφεται ως σήμα κινδύνου: αν θέλουν να επιζήσουν ως πολιτική δύναμη πρέπει να πάρουν αποστάσεις από τον αμερικανό πρόεδρο. Η Μελόνι ήταν η πρώτη που το κατάλαβε. Το θέμα είναι αν οι άλλοι, οι υπερασπιστές του ευρωπαϊκού προτύπου δημοκρατίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής, θα καταφέρουν να βρουν πειστικές απαντήσεις στις πραγματικές αγωνίες των πολιτών, στις οποίες οι «πατριώτες» προσφέρουν τις πολύχρωμες χάντρες και τα καθρεφτάκια τους.
Κι εμείς; Τι σημαίνουν για εμάς αυτές οι σεισμικές αλλαγές στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων; Στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στην πράξη, εμπειρικά και με τον χρόνο, ένα μοντέλο ασφάλειας, το οποίο υπηρέτησαν και οι τρεις παρατάξεις που κυβέρνησαν τα τελευταία 52 χρόνια. Μια ισορροπία ανάμεσα στην αμυντική σχέση με τις ΗΠΑ, τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ, την ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια, στην οποία ήρθε να προστεθεί τα τελευταία 15 χρόνια και η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ. Η ισορροπία αυτή έχει διαταραχθεί, κυρίως επειδή, όπως είπε ο Μακρόν, η υπ’ αριθμόν ένα δύναμη, οι ΗΠΑ, μπορεί ακόμη να είναι σύμμαχος για κάποιους, αλλά κανείς δεν είναι σίγουρος ότι είναι αξιόπιστος σύμμαχος.
Χρειαζόμαστε μια νέα συναίνεση γύρω από μια νέα στρατηγική ασφαλείας. Αλλά βλέπει κανείς, στη σημερινή πολιτική διάταξη και τις σχέσεις μεταξύ των βασικών πολιτικών δυνάμεων, να υπάρχουν οι ελάχιστες προϋποθέσεις ώστε να ξεκινήσει καν η συζήτηση πριν από τον κατακλυσμό;






