Ολίγον χρονογραφικά σήμερα. Μια «ματιά» στην Αθήνα, όπως θα έλεγε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στη θρυλική του στήλη σε τούτη την εφημερίδα. Τετάρτη βραδάκι με κρύο, το παλιό παντελονάδικο στην καρδιά του Μεταξουργείου έχει γίνει καφέ – ουζερί. Οι άνθρωποι του διδασκαλείου Φωταγωγός χαρτογραφούν τη σκληρή πάλαι περιοχή, έχοντας συγκροτήσει τη δομή τους αθόρυβα σε μια πολυκατοικία απέναντι από το θέατρο Περοκέ.
Καλεσμένος της μέρας ο συγγραφέας Θανάσης Σκρουμπέλος (γεννηθείς το 1944). Τέκνο της λαϊκής γειτονιάς, μέλος του αντιδικτατορικού αγώνα, αυτοεξορία και σπουδές στο Λονδίνο με την παρότρυνση του Δημήτρη Νόλλα, μυθιστορήματα και διηγήματα με καρδιά πάντα τον Κολωνό, το Μεταξουργείο, τις σκληρές σχέσεις της μεταπολεμικής Αθήνας που στα εγκαύματα της Κατοχής και του Εμφυλίου στερέωνε τη νέα της ζωή. Κολωνός το ’60. Σφαιριστήρια, αυλές, πλατείες, εθνικόφρονες και άνοιξη της ΕΔΑ, Μίκης και παρακράτος.
Στο υπόγειο του Περοκέ βασιλεύει το πρώτο νυχτερινό κέντρο παρενδυτικών. Χαβάη. Ιδιοκτησίας Κατελάνου. Τα λαϊκά παιδιά κατεβαίνουν τα σκαλιά. Και η κοσμική Αθήνα που θέλει να δει τα εξωτικά «αγορίτσια». Κλείνει στη χούντα. Ο Σκρουμπέλος το ‘χει όλο ζωντανέψει στα «Μπλε καστόρινα παπούτσια» και όρθιος βραδάκι Τετάρτης μιλάει μπροστά σε παλιούς και νέους της περιοχής. Πιο δίπλα ήταν το καφενείο του Μωριά, αλλά και η μάντρα με κάρβουνα του παππού του Θανάση. Αφηγείται φυσικά, χωρίς ωραιοποιήσεις, πώς τον επηρέασε η ζωή στον Κολωνό.
Πώς διαμορφώνονταν οι σχέσεις των ανθρώπων. Δεν χώριζαν τότε τα ποτάμια μόνο τις συνοικίες. Κηφισός, Ιλισός. Τις χώριζαν και οι πολιτικές διαφορές που ακόμη μέχρι τα μέσα του ’60 ήταν έντονες, πολεμικές, διακριτές παρά τις νέες συνθέσεις των ανθρώπων. Ο Σκρουμπέλος περιγράφει και μια Αθήνα του δημόσιου χώρου, όπου αριστεροί, δεξιοί, ανένταχτοι, Λαμπράκηδες και εκοφίτες είχαν κοινή αναφορά και κοινές μνήμες. Και αυτό πολλές φορές υπερκάλυπτε τα πολιτικά. Δενόσουν πιο πολύ με τον καθημερινό γείτονα παρά με τον σύντροφο.
Η μικροϊστορία της αλητείας και της επιβίωσης στη Λένορμαν, στον Λόφο του Κολωνού, στην Ακαδημία Πλάτωνος, στον Σταθμό Λαρίσης ή στην Πλατεία Πανταζοπούλου κυριαρχούσε των μεγάλων οραμάτων. Ο Σκρουμπέλος δεν φέρει απλώς μια μνήμη. Την κουβαλάει σωματικά, ανθρωπολογικά, σήμερα που και ο Κολωνός σιγά σιγά παραδίδεται στη νέα καταναλωτική λαίλαπα της εστίασης και των ενοικιαζόμενων υπνωτηρίων. Παλιές βιοτεχνίες ή συνεργεία μετατρέπονται εν μια νυκτί σε μπραντσάδικα ή εστιατόρια. Οι foodies είναι οι νέοι μάστορες.
Τα συγκλονιστικά εκλεκτικιστικά κτίρια γκρεμίζονται και γίνονται πολυκατοικίες και ξενοδοχεία. Πάλι μια νέα κοινωνική κινητικότητα προϋποθέτει το γκρέμισμα, όπως στην αντιπαροχή του Καραμανλή. Τα ίχνη της παλιάς ζωής υποχωρούν μαζί με τις γενιές των λαϊκών συνοικιών. Το δίπολο δεν είναι ακινησία – ανάπτυξη. Το δίπολο είναι μνήμη – λήθη.






