Διατήρηση των ναύλων δεξαμενόπλοιων σε υψηλά επίπεδα, ακόμη και αν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή τελειώσει σύντομα, προβλέπουν οι αναλυτές, ενώ αναμένουν σε πιο μακροπρόθεσμη βάση αλλαγές στις ροές της θαλάσσιας μεταφοράς πετρελαίου, καθώς όλες οι χώρες θα επιδιώξουν να μειώσουν την ενεργειακή τους εξάρτησή από τα Στενά του Ορμούζ.
Σύμφωνα με τον οίκο Poten & Partners, η αγορά δεξαμενόπλοιων μοιάζει να «εκτροχιάζεται» από τις ήδη γνωστές «ράγες». Οταν ανοίξουν ξανά τα Στενά του Ορμούζ, πιθανότατα θα υπάρξει σημαντική ζήτηση για την κάλυψη του χαμένου φορτίου για ένα χρονικό διάστημα, καθώς η παραγωγή θα επανεκκινήσει και τα αποθέματα θα πρέπει να αναπληρωθούν. Αυτό θα ενισχύσει εκ νέου τη ζήτηση και θα στηρίξει τους ναύλους μεταφοράς, εκτιμά. Ωστόσο, οι εμπορικές ροές ενδέχεται να αλλάξουν στο μέλλον. Οι χώρες που έχουν πληγεί από αυτή την κρίση εφοδιασμού με πετρέλαιο θα επανεκτιμήσουν τις στρατηγικές τους, θα διαφοροποιήσουν τις πηγές προμήθειας αλλάζοντας τις ροές του θαλασσίου εμπορίου και θα επικεντρωθούν περισσότερο σε εναλλακτικές και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ολοι θα γνωρίζουν πλέον ότι τα Στενά του Ορμούζ μπορούν να κλείσουν ανά πάσα στιγμή και οι χώρες θα θελήσουν να μειώσουν την έκθεσή τους σε αυτόν τον κίνδυνο, εκτιμά ο οίκος.
Η διάρκεια της κρίσης
Ανάλογη είναι η εκτίμηση του οίκου Gibson, ο οποίος σημειώνει ότι η πορεία της ναυλαγοράς δεξαμενόπλοιων εξαρτάται από τη διάρκεια της κρίσης και το βάθος των οικονομικών επιπτώσεων. Βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα, εάν η κατάσταση εξομαλυνθεί, οι χώρες θα επικεντρωθούν στην ανασύσταση των στρατηγικών αποθεμάτων, γεγονός που θα οδηγήσει σε αύξηση της ζήτησης. Μακροπρόθεσμα, τονίζει ο Gibson, οι διαρθρωτικές μεταβολές στην ενεργειακή ασφάλεια ενδέχεται να μεταβάλουν τις εμπορικές ροές και τα επίπεδα ζήτησης, αν και είναι ακόμη νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα.
Από την έναρξη των εχθροπραξιών στα τέλη Φεβρουαρίου, η κατάσταση εξελίχθηκε ραγδαία, στην αγορά δεξαμενόπλοιων. Οι επιθέσεις στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ οδήγησαν ουσιαστικά στο κλείσιμο ενός από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα παγκοσμίως, με αποτέλεσμα εκατοντάδες δεξαμενόπλοια να εγκλωβιστούν είτε εντός του Περσικού Κόλπου είτε στην ευρύτερη περιοχή, αναμένοντας οδηγίες ή ασφαλή διέλευση.
Η εξέλιξη αυτή περιόρισε δραστικά τη διαθεσιμότητα του στόλου, ενισχύοντας την ανοδική πορεία των ναύλων, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει πριν από την κρίση, ιδιαίτερα για τα VLCCs. Καθώς η κρίση παρατεινόταν, οι επιπτώσεις επεκτάθηκαν και στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Η εξάρτηση της Ασίας από τις προμήθειες της Μέσης Ανατολής οδήγησε σε έντονη αναζήτηση εναλλακτικών πηγών, με φορτία από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Καραϊβική και τη Λατινική Αμερική να κατευθύνονται προς τον Ειρηνικό.
Οταν εξαντλήθηκαν τα διαθέσιμα μεγάλα δεξαμενόπλοια, οι ναυλωτές στράφηκαν σε μικρότερα πλοία, όπως Suezmax και Aframax, ακόμη και για υπερατλαντικά ταξίδια, εκτοξεύοντας τους ναύλους σε πρωτοφανή επίπεδα.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι κυβερνήσεις αρχίζουν να λαμβάνουν μέτρα περιορισμού της ζήτησης, όπως η προώθηση της τηλεργασίας, η μείωση των ορίων ταχύτητας και ο περιορισμός της κατανάλωσης καυσίμων. Αν η κρίση συνεχιστεί, τα μέτρα αυτά ενδέχεται να ενταθούν, επηρεάζοντας ευρύτερα την οικονομική δραστηριότητα.
Εμμεσες επιπτώσεις
Από την πλευρά του, ο οίκος Gibson επισημαίνει ότι πέρα από τις άμεσες επιπτώσεις, η κρίση αυτή θα λειτουργήσει ως καταλύτης για βαθύτερες αλλαγές στην ενεργειακή πολιτική. Οπως και στην περίπτωση του πολέμου Ρωσίας – Ουκρανίας, οι χώρες καλούνται να επανεξετάσουν την εξάρτησή τους από συγκεκριμένες πηγές ενέργειας και να ενισχύσουν την ενεργειακή τους ασφάλεια. Η Ευρώπη, που ήδη βίωσε μία ενεργειακή κρίση τα τελευταία χρόνια, βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με παρόμοιες προκλήσεις, ενώ η Ασία πλήττεται από την απώλεια βασικών προμηθευτών.
Σύμφωνα με την Gibson, μία πιθανή εξέλιξη είναι η επιτάχυνση της στροφής προς ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καθώς οι υψηλές τιμές πετρελαίου καθιστούν πιο ανταγωνιστικές τις εναλλακτικές λύσεις. Παράλληλα, ενισχύεται η ζήτηση για ηλεκτρικά οχήματα. Ωστόσο, σε συνθήκες κρίσης, πολλές χώρες δίνουν προτεραιότητα στην ενεργειακή επάρκεια έναντι της περιβαλλοντικής πολιτικής, αυξάνοντας τη χρήση άνθρακα ή επανεξετάζοντας την πυρηνική ενέργεια.






