Λιγότεροι από έξι μήνες απομένουν μέχρι την εκλογική αναμέτρηση της 26ης Σεπτεμβρίου (πλην απροόπτου), η οποία θα σηματοδοτήσει το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για τη Γερμανία. Μιας εποχής που σφραγίστηκε ανεξίτηλα από την η Ανγκελα Μέρκελ, η οποία βρίσκεται αδιαλείπτως στην καγκελαρία από το 2005 μέχρι σήμερα.

Με την επίδοσή της αυτή, η Μέρκελ ισοφάρισε το ρεκόρ του «μέντορά» της, Χέλμουτ Κολ, ο οποίος κυβέρνησε τη χώρα από το 1982 ως το 1998. Παράλληλα δε, κατέστησε αναμφισβήτητη την πολιτική ηγεμονία των Χριστιανοδημοκρατών τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, καθώς η διακυβέρνηση της χώρας από αυτούς διακόπηκε μόνο για 7 χρόνια (1998-2005), όταν καγκελάριος ήταν ο σοσιαλδημοκράτης Γκέρχαρντ Σρέντερ.

Αναμφίβολα, η πολιτική «κληρονομιά» που αφήνει η Μέρκελ είναι πολύ βαριά. Τόσο βαριά, που αποδεικνύεται ήδη δύσκολο να βρεθεί κάποιος ικανός να αναλάβει τη διαχείρισή της, συνεχίζοντας την παράδοση και διασφαλίζοντας ότι η καγκελαρία θα συνεχίσει να είναι βαμμένη στα χρώματα της Ένωσης.

Ο συνεχιστής και ο «πρωτάρης»

Αυτονόητος διάδοχος δεν υπάρχει και, έτσι, ο εμφύλιος που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στους δύο πιθανότερους διεκδικητές του χρίσματος αγριεύει καθημερινά. Στέλνοντας, όπως σημειώνει η Handelsblatt, «ένα εγκληματικό σήμα προς τους πολίτες», οι οποίοι έχουν κουραστεί και οργιστεί από την αδυναμία και ανικανότητα του πολιτικού συστήματος και κυρίως της κυβέρνησης της «υπερδύναμης της Ευρώπης» να αντιμετωπίσουν τη λαίλαπα της πανδημίας.

Από τη μία είναι ο Άρμιν Λάσετ, πρόεδρος των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και πρωθυπουργός του πολυπληθέστερου κρατιδίου της Γερμανίας, της Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας. Ο πολιτικός ο οποίος επικράτησε των αντιπάλων του στις πρόσφατες εσωκομματικές εκλογές παίζοντας το «χαρτί» του πιστού συνεργάτη και του συνεχιστή της Μέρκελ, ενώ είδε το προεδρείο του κόμματος να τάσσεται υπέρ του σήμερα το μεσημέρι.

Από την άλλη, βρίσκεται ο Μάρκους Ζέντερ, επικεφαλής της κυβέρνησης της Βαυαρίας και ηγέτης των Χριστιανοκοινωνιστών (CSU), το προεδρείο των οποίων συνεδριάζει με τη σειρά του το απόγευμα. Είναι ο άνθρωπος ο οποίος επιδιώκει να δώσει για πρώτη φορά την ευκαιρία στους αιωνίως δεύτερους της Ένωσης να πάρουν στα χέρια τους το τιμόνι της Γερμανίας – κάτι που δεν κατάφεραν στο παρελθόν ούτε ο Φραντς-Γιόζεφ Στράους, ούτε ο Έντμουντ Στόιμπερ ούτε ο νυν υπουργός Εσωτερικών, Χορστ Ζέεχοφερ.

Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα προσώπων, αλλά και πολιτικής. Λάσετ και Ζέντερ δεν είναι «μία από τα ίδια», ούτε για τη Γερμανία, ούτε για τους εταίρους της στην ΕΕ, ούτε για τον υπόλοιπο κόσμο. Διότι εάν η πολιτική του πρώτου μπορεί να θεωρηθεί σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμη, για εκείνη του δεύτερου μπορούμε να βασιστούμε στις ενδείξεις που έχει δώσει μέχρι σήμερα.

Συντηρητική στροφή με Ζέντερ και CSU

Με βάση αυτές, δεν χωράει αμφιβολία ότι το CSU κινείται σε σαφώς πιο συντηρητική κατεύθυνση, σε πολλά θέματα. Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, πώς το κόμμα και προσωπικά ο Ζέντερ και ο Ζέεχοφερ, είχαν επικρίνει έντονα την Μέρκελ για την πολιτική της στο προσφυγικό την περίοδο 2015-’16, κάνοντας μάλιστα λόγο για «τουρισμό ασύλου» στη Γερμανία.

Οι Βαυαροί, επίσης, εμφανίζονται σαφώς πιο επιφυλακτικοί στα θέματα της ΕΕ και ειδικά της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, ενώ και σε επίπεδο διπλωματίας έχουν διαφορές από την μάλλον πολυδιάστατη πολιτική που ακολούθησε το Βερολίνο επί Μέρκελ.

Ποιον από τους δύο θα επιλέξει, λοιπόν, η Ένωση CDU-CSU; Και μήπως υπάρχει χώρος για κάποιον «τρίτο» (ή «τρίτη») που θα γεφυρώσει τις διαφορές και θα έχει την αποδοχή όλων; Όσον αφορά στο δεύτερο ερώτημα, η απάντηση μοιάζει να είναι κατηγορηματικά αρνητική, καθώς τα εναλλακτικά «χαρτιά» έχουν για την ώρα καεί. Στο πρώτο, όμως, όλα είναι ανοιχτά.

Η αλήθεια είναι πως εάν το αποτέλεσμα κρινόταν στις δημοσκοπήσεις, τότε ο Ζέντερ θα έπρεπε να επιλεγεί χωρίς δεύτερη κουβέντα. Κι αυτό διότι το 54% του συνόλου των Γερμανών και το 79% των ψηφοφόρων της Ένωσης τον θεωρούν «καλό υποψήφιο», έναντι μόλις 19% και 29% αντιστοίχως που έχουν την ίδια γνώμη για τον Λάσετ.

Ο τελευταίος, όμως, έχει δύο πολύ γερά χαρτιά. Το ένα είναι ότι η «ταυτότητα» των Χριστιανοδημοκρατών είναι παρούσα σε 15 από τα 16 κρατίδια, ενώ εκείνη των Χριστιανοκοινωνιστών μόνο στη Βαυαρία. Όσο για το άλλο, έχει να κάνει με τη (άτυπη, για την ώρα) στήριξη της Μέρκελ η οποία, παρά τη φθορά που της έχει προκαλέσει η διαχείρισης της πανδημίας, παραμένει πάνω από όλους.

Τα ποσοστά πέφτουν, η πρωτιά απειλείται

Το σίγουρο, σε κάθε περίπτωση, είναι ότι CDU και CSU, Λάσετ και Ζέντερ, πρέπει να λύσουν γρήγορα τις διαφορές τους και να αποφασίσουν ποιος θα βγει μπροστά, βλέποντας και το πώς κινούνται οι αντίπαλοί τους: Οι Σοσιαλδημοκράτες έχουν ήδη επιλέξει τον νυν υπουργό Οικονομικών, Όλαφ Σολτς, οι Πράσινοι θα το κάνουν την ερχόμενη Δευτέρα, 19 Απριλίου, ενώ η ακροδεξιά AfD (που καραδοκεί) κατέληξε ήδη στο μανιφέστο της και βγαίνει επιθετικά στο πολιτικό προσκήνιο.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο. Ήδη, για του λόγου το αληθές, το ποσοστό της Ένωσης έχει διολισθήσει στο 27%, με απώλειες άνω των 5 μονάδων σε σύγκριση με τις εκλογές του 2017, όταν την ίδια στιγμή οι Πράσινοι δείχνουν να έχουν εδραιωθεί στο 22-23%, με ανοδικές τάσεις.

Οι απαισιόδοξοι, πάντως, προβλέπουν ότι ακόμη και εάν τα προεδρεία της CDU και της CSU καταλήξουν σε μια φαινομενικά συναινετική επιλογή, οι συνέπειες κατά την προεκλογική περίοδο θα είναι καταστροφικές. Κι αυτό διότι ο ηττημένος και το κόμμα του δύσκολα θα στρατευτούν ενεργά στο πλευρό των νικητών…

Με βάση όλα τα παραπάνω, μπορούμε να συμπεράνουμε πως τα σενάρια πολιτικής αλλαγής στη Γερμανία, που θα εκφραστεί και σε κυβερνητικό επίπεδο, κερδίζουν διαρκώς έδαφος. Το ποιο θα προκριθεί τελικώς εξαρτάται, φυσικά, και από τους μετεκλογικούς συσχετισμούς στην Μπούντεσταγκ.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από