Υπάρχει κάτι το βαθιά συγκινητικό στη «δονκιχωτική» στάση απέναντι στη ζωή και τον κόσμο του Πάβελ «Πάσα» Ταλάνκιν, της ψυχής, της σάρκας και των οστών του βραβευμένου με Οσκαρ ντοκιμαντέρ «Ο κ. Κανένας εναντίον του Πούτιν» (Mr Nobody against Putin, 2025), το οποίο ο πρώτος συνυπέγραψε με τον αμερικανό ντοκιμαντερίστα Ντέιβιντ Μπόρενσταϊν. Με τον πατέρα του να αφήνει τα παιδιά του ορφανά μετά τον πνιγμό του σε κάποια λίμνη των Ουραλίων και τη μητέρα του αναγκασμένη να μεγαλώσει αυτά τα παιδιά μόνη, δίχως τη βοήθεια κανενός, ο Πάσα βρήκε τελικά την ουσία της έννοιας της οικογένειας στην εκπαίδευση ως διοργανωτής πολιτιστικών εκδηλώσεων στο σχολείο όπου εργαζόταν στη μικρή πόλη της καταγωγής του: το Καραμπάς των 10.000 κατοίκων κάπου στα Ουράλια, μια πόλη που πολύ πιθανόν να είναι «το πιο τοξικό μέρος της υφηλίου», όπως είχε κάποτε χαρακτηριστεί, λόγω ενός εργοστασίου που έχει μετατρέψει τη γύρω περιοχή σε τοπίο μόλυνσης και αποτελεί ως και… τουριστικό αξιοθέατό της!
Ομως παράλληλα ο Πάσα βιντεογραφούσε ο ίδιος όλες αυτές τις εκδηλώσεις, όπως βιντεογραφούσε σχεδόν τα πάντα που συνέβαιναν στο σχολείο, ακόμα και τα μαθήματα των καθηγητών· ανθρώπων πλήρως υποταγμένων στην κυβέρνηση του Βλαντίμιρ Πούτιν, υπέρ της οποίας, εντελώς απροκάλυπτα, ασκούσαν ωμή, «σταλινικού» τύπου προπαγάνδα, η οποία έβρισκε τον Πάσα εντελώς αντίθετο.
«Το να αγαπάς την πατρίδα σου δεν σημαίνει σημαία, εθνικός ύμνος και προπαγάνδα· σημαίνει να παραδεχτείς ότι “υπάρχει πρόβλημα”», τον ακούμε κάποια στιγμή να λέει. Ο Πάσα είδε το πρόβλημα να διογκώνεται με πολύ άσχημο τρόπο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, όταν η στρατιωτικοποίηση άρχισε να παρεισφρέει ακόμη και στα σχολεία και η πλύση εγκεφάλου, ακόμα και στα ανήλικα παιδιά, παρουσίαζε καταστροφικές συνέπειες. Ακόμα και το πιο σκληρό θρίλερ δεν μπορεί να πιάσει μία μπροστά στις συγκλονιστικές σκηνές αυτού του ντοκιμαντέρ, όπου παιδιά του δημοτικού και του γυμνασίου παίζουν με όπλα, παρουσία στρατιωτικών.
Οχι μόνο δεν τους εφιστούν την προσοχή, αλλά τα ενθαρρύνουν κιόλας μέσω της εκπαίδευσης, και μιλάμε για παιχνίδια «ρίψης χειροβομβίδων», παιχνίδια με νάρκες και παιχνίδια με πυροβόλα όπλα Ντεγκντιάροφ, το τελευταίο μοντέλο στην αγορά. Δεν γίνεται απολύτως ξεκάθαρο το πότε ο Πάβελ «Πάσα» Ταλάνκιν αποφάσισε να εγκαταλείψει αυτή τη χώρα, να στρέψει την πλάτη του στην αγαπημένη του πατρίδα για να χρησιμοποιήσει όλο αυτό το υλικό στο ντοκιμαντέρ που βλέπουμε.
Το έκανε όμως, έφυγε κρυφά από τη Ρωσία το καλοκαίρι του 2024, με τη βοήθεια των παραγωγών της ταινίας και του Μπορένσταϊν, χάρη στους οποίους βρήκε άσυλο στην Ευρώπη και έτσι δημιουργήθηκε η καταγγελτική μεν αλλά ποτέ βαρετή και, όπως είπα, βαθιά συγκινητική αυτή ταινία, την οποία αξίζει να έχει κανείς υπόψη του γιατί δείχνει, κυρίως, ότι αντίσταση απέναντι στο πρόβλημα μπορεί να γίνει ακόμα και από τον ανώνυμο Κανένα, αρκεί να είναι προετοιμασμένος για τις συνέπειες και έτοιμος να αλλάξει ριζικά τη ζωή του.
Ταινία – πασαρέλα
Η κρίση στη δημοσιογραφία θα μπορούσε να είναι ένα θέμα για μεγαλύτερη ανάπτυξη και το γεγονός ότι «Ο διάβολος φοράει Prada 2» (The Devil wears Prada 2, ΗΠΑ, 2026) με αυτην ακριβώς την επισήμανση ξεκινά, ήταν ένας λόγος παραπάνω. Ομως, βέβαια, η ταινία είναι αυτή που είναι και αυτό που πραγματικά θέλει είναι να ακολουθήσει το ανάλαφρο στυλάκι της προηγούμενής της, γυρισμένης πριν από 20 ακριβώς χρόνια.
Οπότε αυτό αυτομάτως μετατρέπει τις όποιες περαιτέρω σκέψεις σε απλές γαρνιτούρες του σεναρίου. Η Αντι Σακς λοιπόν, δηλαδή η Αν Χάθαγουεϊ, απολύεται από την εφημερίδα της ακριβώς την ημέρα της βράβευσής της με ένα σημαντικό βραβείο δημοσιογραφίας. Η Αντι εξακολουθεί να πιστεύει στην αξία της σωστής δημοσιογραφίας – ρομαντική μεν αλλά με πυγμή. Και να που η μοίρα της θα την ξαναφέρει στο στόμα του διαβόλου, του περιοδικού «Runway», στο οποίο 20 χρόνια πριν έκανε τα πρώτα της βήματα στη δημοσιογραφία. Και βέβαια θα καταλήξει και πάλι στην υπηρεσία της Super Bitch Μιράντα Πρίστλεϊ που δεν έχει αλλάξει καθόλου απ’ αυτό που ήταν.
Μόνο που ο κόσμος γύρω από τη Μιράντα έχει αλλάξει και η ίδια δεν φαίνεται να ανήκει στις πρώτες επιλογές του. Οπότε σε αυτό το σημείο θα βρούμε ένα ακόμα ενδιαφέρον νέο στοιχείο, τη νέα τάξη πραγμάτων, η οποία απειλεί το βασίλειο της Μιράντα Πρίστλεϊ, εκτός αν η Αντι κάνει και πάλι το θαύμα της. Εννοιες όρων όπως εμπιστοσύνη, προδοσία και βεβαίως ματαιοδοξία «περιφέρονται» στην ατμόσφαιρα μιας κοσμοπολίτικης κομεντί και ο σκηνοθέτης Ντέιβιντ Φράνκελ (ο ίδιος της προηγούμενης «Prada») τις χειρίζεται αξιοπρεπώς, πάντα μέσα στο «κάδρο» μιας ταινίας – πασαρέλα, γεμάτης πλάνα χλιδής και λούσου, κοστουμιών και φουστανιών στην πένα και επαύλεων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Ισως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο σε αυτή την ταινία είναι το ότι όλοι οι ηθοποιοί της πρώτης ταινίας που εμφανίζονται και εδώ, από τη Στριπ ως τη Χάθαγουεϊ και από τον Στάνλεϊ Τούτσι ως την Εμιλι Μπλαντ, δείχνουν πιο νέοι από την εικόνα τους στον πρώτο «Διάβολο». Από μόνος του αυτός είναι λόγος ώστε «Ο διάβολος φοράει Prada 2» να διεκδικήσει το Οσκαρ καλύτερου μακιγιάζ και κομμώσεων!
Το ταξίδι ενός τρολ
«Τρίχες κατσαρές» (Krølle Bølle / Curly Burly, Δανία, 2026) του Γιαν Ράμπεκ. Πέρα για πέρα παιδική, αυτή η χαριτωμένη μείξη animation – ζωντανών ηθοποιών ακολουθεί καλά τη συνταγή που θέλει ένα σκανταλιάρικο πλάσμα να πηγαίνει κόντρα στους «νόμους» και να κάνει το δικό του, ανακαλύπτοντας έτσι τη ζωή. Ενα τρολ, εν προκειμένω ο Ρούλης Κατσαρούλης, γιος του αρχηγού των τρολ ο οποίος μισεί τους ανθρώπους, αποφασίζει να αφήσει την ήσυχη ζωή στο νησί τους και να δραπετεύσει στον κόσμο των ανθρώπων. Η μικρή αδελφή του τον ακολουθεί, οπότε μια αθώα εξόρμηση θα εξελιχθεί σε μεγάλη περιπέτεια, με τους Μαριλένα Χατζηνικολαΐδη, Βασιλική Σούτη, Βαγγέλη Στρατηγάκο, Κατερίνα Γκίργκις, Ντίνο Σούτη, Σοφία Καψαμπέλη κ.ά. στις φωνές της ελληνικής μεταγλώττισης.
Μόνο για φαν του σπλάτερ
«Dolly» (ΗΠΑ, 2025) του Ροντ Μπλάκχερστ. Ενα δάσος – μα τι κλισέ αλήθεια – είναι ο βασικός χώρος δράσης ενός ακόμα αιμόφυρτου σπλάτερ, στο οποίο τη διαφορά κάνουν οι πλαστικές κούκλες – ντεκόρ στο τοπίο. Κάποιες κρεμασμένες ή καρφωμένες στα δέντρα, άλλες απλώς κάτω στο χώμα. Κάποιο άτομο (προφανώς παρανοϊκό) έχει την ευθύνη για όλα αυτά. Φοράει κόκκινα και μια εφιαλτική πλαστική μάσκα. Τι ελπίδες σωτηρίας έχει το ζευγάρι (Φαμπιέν Τερές, Ρας Τίλερ) που θα πιαστεί στη φάκα του; Μία ακόμη απωθητική άσκηση στον σαδισμό, απευθυνόμενη αποκλειστικά στους φαν του είδους. Εχουμε δει δεκάδες παραλλαγές της – και πολύ καλύτερες.
Με το παιδί σε πρώτο πλάνο
Ταινίες που σου τσακίζουν κυριολεκτικά την ψυχή αλλά που αξίζουν τον κόπο, τόσο για το θέμα όσο και για τις ερμηνείες τους, είναι «Ο αρχηγός» (Kapitan, 2023) από το Ιράν, όπως και η «Ομαχα» (Omaha, 2025) από τις Ηνωμένες Πολιτείες, που μάλλον τυχαία διανέμονται ταυτόχρονα – και μάλιστα σε μία αίθουσα η κάθε μία.
Τον «Αρχηγό», που προβάλλεται στο Studio της πλατείας Αμερικής, σκηνοθέτησε ο Μοχαμάντ Χαμζάι, εκπρόσωπος μιας νέας φουρνιάς ιρανών κινηματογραφιστών, με έργο που εστιάζει στις ανθρώπινες σχέσεις και στις κοινωνικές προεκτάσεις της καθημερινότητας απλών ανθρώπων. Εν προκειμένω παρακολουθούμε τη ζωή σε ένα νοσοκομείο όπου νοσηλεύονται παιδιά που πάσχουν από καρκίνο. Το μεγαλύτερο αγαθό μας, η ίδια η ζωή, για κάποιους ανθρώπους είναι πολυτέλεια και ο Χαμζάι μάς το υπενθυμίζει με τρυφερότητα, αγάπη, όπως και χιούμορ, χρησιμοποιώντας ως άξονα της ιστορίας τη σχέση ενός από αυτά τα παιδιά, του Ισα (Παρχάμ Γκολαμλού) που ονειρεύεται να γίνει σταρ του ποδοσφαίρου με τον πατέρα του (Πεζμάν Μπαζγκί), ο οποίος για να είναι κοντά στο παιδί του μεταμφιέζεται σε κλόουν. Με αρχηγό τον Γκολαμλού, του οποίου το βλέμμα είναι ασύλληπτο, όλες οι ερμηνείες των παιδιών είναι άκρως εκφραστικές, γεγονός που δεν μπορείς παρά να εκτιμήσεις, παρότι ο συναισθηματικός «εκβιασμός» σε μια τέτοια ταινία δεν μπορεί παρά να είναι αναπόφευκτος.
Στο Αστυ της πλατείας Κοραή, η «Ομαχα», πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του αμερικανού σκηνοθέτη Κόουλ Γουέμπλεϊ, μας κάνει μάρτυρες μιας κάπως παράξενης συνθήκης: για κάποιον λόγο, τον οποίο ο Γουέμπλεϊ κρατά καλά κρυμμένο, επτασφράγιστο μυστικό ως το τέλος, ένας σχετικά νεαρός πατέρας (Τζον Μαγκάρο) διασχίζει οδικώς την Αμερική με τα δύο παιδιά του (Μίλι Μπελ Ράιτ, Γουάιατ Σόλις). Βρισκόμαστε στην καρδιά της αμερικανικής υπαίθρου που κάποτε ήταν συνώνυμη με το αμερικανικό όνειρο. Το τοπίο ξανοίγεται μπροστά τους και μπροστά μας αλλά η ομορφιά του, στην οποία ο Γουέμπλεϊ δίνει έμφαση (η φωτογραφία αυτής της ταινίας είναι ένα οπτικό ποίημα), θα έρθει σε αντιπαραβολή με την ασχήμια της ίδιας της ζωής εκεί, την οποία ο σκηνοθέτης υπογραμμίζει με «μικρές», φαινομενικά ασήμαντες, αλλά τελικά πολύ ουσιαστικές σκηνές. Το ταξίδι θα είναι γεμάτο απρόοπτα και η μελαγχολία όπως και η αγωνία αλλοιώνουν το πρόσωπο του πατέρα, προβληματίζουν τη μεγάλη κόρη και δεν επηρεάζουν πολύ τον μικρότερο αδελφό της. Ενα μικρό διαμάντι που φωτίζει ένα μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης αμερικανικής ασχήμιας και λυρικά μάς υπενθυμίζει την ευθύνη που απαιτείται από κάποιον άπαξ και αποφασίσει να γίνει γονέας.






