Δύο νέα κόμματα πια, επίσημα από χθες, εισάγονται και εγγράφονται στο πολιτικό σκηνικό της χώρας. Για την ακρίβεια από τώρα αρχίζει η μέτρηση της επιδοκιμασίας των θέσεων και του προγράμματός τους από τον τελικό κριτή που στις δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι πάντα ο πολίτης.
Το θέμα δεν είναι απλώς οι νέοι φορείς να καταγραφούν στον μεγάλο σημερινό κατακερματισμό. Αλλά να αποδείξουν πως η αναδιάταξη που θα μπορούν να επιφέρουν στο πολιτικό σύστημα θα είναι σε θετική και δυναμική βάση, μακριά από βερμπαλισμούς και θεσμικές ή αξιακές ακροβασίες. Η Ελλάδα έχει τραυματιστεί από κόμματα που σε προγενέστερους πολιτικούς κύκλους απλώς επιβεβαίωσαν πως ήταν οχήματα λαϊκισμού και πολλαπλασιαστές ρευμάτων που τελικά επιτάχυναν την «αντιπολιτική». Για παράδειγμα, ο Αλέξης Τσίπρας, παρότι πια ίδρυσε τον νέο του φορέα, έχει ένα παρελθόν, ως ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ, ως πρωθυπουργός σε συγκυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ και ως τέως επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η Μαρία Καρυστιανού, πάλι, προέκυψε από το δράμα των Τεμπών, σήμερα όμως επίσης δοκιμάζεται στο κύρος, στο προγραμματικό περιεχόμενο και τη σοβαρότητα των θέσεων του δικού της φορέα.
Ούτε χώρος υπάρχει ούτε αντοχές για νέες ασκήσεις λαϊκισμού. Η Ελλάδα έχει ανάγκη ένα πολιτικό σύστημα ισορροπημένο, διαυγές και θεσμικό ως προς τις εκφράσεις του. Τα κόμματα παρά την κρίση που διανύουν είναι υψηλές κατακτήσεις της Δημοκρατίας και κρίνονται και για όσα λένε και εκφωνούν και ως προς τον τρόπο που εσωτερικά λειτουργούν.







