Διάβαζα πρόσφατα στον Economist ότι έξι στους δέκα (58%) Γάλλους 18-24 ετών διάκεινται θετικά προς τον Ζαν-Λικ Μελανσόν, ένα ποσοστό που στην ηλικιακή κατηγορία 50-64 ετών πέφτει στο 14%. Πώς εξηγείται η επιρροή του 75χρονου ηγέτη της Ανυπότακτης Γαλλίας στη Γενιά Ζ; Το περιοδικό έχει τρεις εξηγήσεις. Η μαρξιστική σκέψη είχε ανέκαθεν μεγάλη πέραση στη Γαλλία. Ο επαναστατικός λόγος των Ανυπότακτων «κάνει γκελ» στη νεολαία. Και το μείγμα των μορφωμένων νεαρών ψηφοφόρων, των μειονοτήτων και όσων ζουν στις κοινωνικές κατοικίες συγκροτεί μια δυναμική εκλογική βάση.
Ο Αλέξης Τσίπρας είναι 23 χρόνια νεότερος από τον Μελανσόν, με τον οποίο κάποτε ευθυγραμμιζόταν, προτού επέλθει ρήξη λόγω της «κωλοτούμπας». Αντίθετα μ’ εκείνον, ζει σε μια χώρα που δεν καίγεται για τη μαρξιστική σκέψη. Επιπλέον, όχι μόνο έχει κυβερνήσει, αλλά έχει εκτεθεί ανεπανόρθωτα: χάρις στο ντοκιμαντέρ της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού ξαναθυμόμαστε αυτές τις μέρες πόσο κοντά είχαμε φτάσει το 2015 σε μια ντροπιαστική έξοδο από την Ευρώπη.
Είναι αλήθεια ότι εκείνη η περιπέτεια δεν λέει πολλά στους σημερινούς νέους. Το κλείσιμο των τραπεζών δεν στοίχειωσε τον ύπνο τους. Ο Βαρουφάκης δεν είναι γι’ αυτούς ο άνθρωπος που έπαιξε στα ζάρια τις τύχες ενός ολόκληρου λαού, αλλά ένας αορίστως «αντισυστημικός». Λίγο τους ενδιαφέρει αν το 2015 φορολογήθηκαν οι συνταξιούχοι αντί για τους εφοπλιστές: θα τους βοηθήσει κανείς σήμερα να βρουν σπίτι;
Από την άλλη πλευρά, αναρωτιέται κανείς πόσο «μιλάει» στους νέους μια εκδήλωση σαν τη χθεσινή, ένα ξαναζεσταμένο φαγητό γεμάτο κλισέ για τη «ζωή με αξιοπρέπεια» και το «νέο ταξίδι», δεσμεύσεις για την αλλαγή και όχι την περιγραφή της πραγματικότητας, συνθήματα όπως το «Αλέξη μπροστά, να φύγει η Δεξιά», κιτς ευρήματα με το κοριτσάκι και τον πάπυρο και, πάνω απ’ όλα, εκείνο το «ΕΛΑΣ» που έμοιαζε με φάρσα.
Βέβαια, ο Τσίπρας δεν στοχεύει αυτή τη στιγμή στην πρώτη θέση – κι ας του φώναζαν χθες «να τος, να τος, ο πρωθυπουργός» –, αλλά στη δεύτερη, που θα οδηγήσει σε μια γενικότερη ανασυγκρότηση του αντιπολιτευτικού σκηνικού. Και στην επιδίωξη αυτή είναι το ίδιο τυχερός με τον Κυριάκο Μητσοτάκη: έχει έναν αδύναμο αντίπαλο, το ΠΑΣΟΚ, που μοιάζει να βρίσκεται σε σύγχυση. Τελευταίο παράδειγμα ήταν η αλλοπρόσαλλη στάση που κράτησε στην ανανέωση της θητείας του Γιάννη Στουρνάρα, φοβούμενο ότι θα κατηγορηθεί για σύμπραξη με την Κεντροδεξιά. Αν οι δημοσκοπήσεις αρχίσουν να το σταθεροποιούν στην τρίτη θέση, οι σπασμωδικές του κινήσεις θα πολλαπλασιαστούν, κάτι που θα ωφελήσει τόσο τον Μητσοτάκη, αφού θα στείλει σ’ αυτόν τους δυσαρεστημένους κεντρώους ψηφοφόρους, όσο και τον Τσίπρα, που θα παρουσιάζεται πια ως η νέα «εναλλακτική λύση».
Ολα δείχνουν λοιπόν ότι η προεκλογική εκστρατεία στην Ελλάδα θα είναι πολύ πιο βαρετή απ’ ό,τι είναι στη Γαλλία. Ευτυχώς, θα είναι πιθανότατα και βραχύτερη.








