Τα κομματικά συνέδρια έχουν πάντοτε κάτι από απολογισμό και κάτι από υπόσχεση, γι’ αυτό και το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας αυτές τις ημέρες με οδήγησε πίσω στο 1977, τότε που η δική μου σχέση με την πολιτική άρχισε με μια φράση του Καραμανλή που δεν προσφερόταν για πολλές ερμηνείες.

Το 1977 ήμουν σχεδόν τρία χρόνια υποδιοικητής στην ΕΤΒΑ. Ενα Σάββατο του Οκτωβρίου χτύπησε το τηλέφωνο στο γραφείο μου, στην Πανεπιστημίου. Ηταν ο Αχιλλέας Καραμανλής.

«Σε θέλει ο Πρόεδρος αμέσως», μου είπε. Δεν πρόσθεσε τίποτε άλλο. Η φράση δεν άφηνε περιθώριο για ερωτήσεις.

Πήγα κατευθείαν στη Βουλή, παρουσιάστηκα στη γραμματέα του και λίγο αργότερα πέρασα στο γραφείο του Πρωθυπουργού. Δεν μου είπε καν να καθίσω. Η παράλειψη δεν ήταν αγένεια, ήταν οικονομία χρόνου.

«Ακου, Δήμα», μου είπε. «Σε επέλεξα για το ψηφοδέλτιο Επικρατείας. Κοίταξε τώρα να αφήσεις τα τεχνοκρατικά και να πολιτικοποιηθείς. Αντε, καλή τύχη».

Ηταν πρόσκληση, εντολή και πολιτική συμβουλή σε τρεις φράσεις. Δεν μου ζητήθηκε να εκδηλώσω ενδιαφέρον. Το ενδιαφέρον μου είχε ήδη τεκμαρθεί. Η απόφαση είχε ληφθεί. Η γνώμη μου είχε, προφανώς, προεξοφληθεί μαζί με τη συγκατάθεσή μου. Και σωστά. Επρεπε, βέβαια, να παραιτηθώ από την ΕΤΒΑ, και μάλιστα χωρίς να γνωρίζω ακόμη σε ποια θέση του ψηφοδελτίου θα βρισκόμουν.

Με το ψηφοδέλτιο Επικρατείας ο Καραμανλής θέλησε να στείλει σαφή πολιτικά και συμβολικά μηνύματα. Στις πρώτες θέσεις τοποθέτησε πρόσωπα με ολοκληρωμένη δημόσια διαδρομή, κύρος και θεσμικό βάρος. Στην κορυφή ήταν ο Διονύσιος Καρβελάς, πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας.

Από την έβδομη θέση και μετά, όμως, το σκηνικό άλλαζε. Εκεί εμφανίζονταν νέοι που ο Καραμανλής θεωρούσε χρήσιμους, ιδίως ενόψει της ευρωπαϊκής πορείας της Ελλάδας. Ανήκα σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία. Τοποθετήθηκα έβδομος στο ψηφοδέλτιο και εκλέχθηκα τελευταίος, καθώς η Νέα Δημοκρατία πήγε χειρότερα από όσο αναμενόταν. Από εκείνη την πρώτη μου προεκλογική περίοδο μού έμεινε κυρίως ένα μάθημα: η πολιτική χρειάζεται αισιοδοξία, ακόμη και όταν η πραγματικότητα έχει άλλη γνώμη.

Σε μία σύσκεψη των υποψηφίων βουλευτών Επικρατείας, ο Καραμανλής μάς εξήγησε τι ανέμενε από εμάς κατά την προεκλογική εκστρατεία. Τα νέα από όλη τη χώρα, είπε, ήταν εξαιρετικά για τη Νέα Δημοκρατία. Το κλίμα ήταν ευνοϊκό και οι προοπτικές καλύτερες ακόμη και από εκείνες του 1974. Αυτό το τελευταίο ειπώθηκε με έναν τρόπο που δεν άφηνε πολλά περιθώρια για ερμηνείες. Δεν ήταν πρόβλεψη. Ηταν σχεδόν εντολή.

Τότε ο Διονύσιος Καρβελάς, άνθρωπος κατά τεκμήριο όχι επιρρεπής σε λαϊκιστικές εξάρσεις, τόλμησε να παρατηρήσει, με τη δέουσα ευγένεια, ότι από όσα είχε δει και ακούσει στα Επτάνησα τα πράγματα δεν φαίνονταν τόσο καλά. Ο Καραμανλής τον διέκοψε αμέσως. «Αυτό το ακούω πρώτη φορά. Τα μηνύματα από όλη την Ελλάδα είναι εξαιρετικά. Θα έχουμε καλύτερο αποτέλεσμα από το 1974, και να μην ακούσω ξανά τέτοιες αβάσιμες πληροφορίες». Η φράση είχε τη λιτότητα και την αυστηρότητα ενός ανθρώπου που δεν ήθελε να συζητήσει την πιθανότητα της αμφιβολίας.

Εγώ, νεοφώτιστος ακόμη στα πολιτικά μυστήρια, σκέφθηκα ότι, για να το λέει ο Καραμανλής, έτσι θα είναι. Ο Καρβελάς, συλλογίστηκα, όσο σεβαστός κι αν ήταν, ίσως δεν είχε την απαιτούμενη πολιτική αίσθηση για να εκτιμήσει σωστά το εκλογικό κλίμα.

Λίγες ημέρες αργότερα, σε δεύτερη σύσκεψη με υποψηφίους της Βόρειας Ελλάδας, στην οποία συμμετείχα επειδή επρόκειτο να επισκεφθώ διάφορους νομούς της περιοχής, η σκηνή επαναλήφθηκε με μικρές αλλαγές στη διανομή των ρόλων. Αυτή τη φορά ο ρόλος του αγγελιοφόρου έλαχε στον Νικόλαο Μάρτη, βουλευτή Καβάλας, ο οποίος είπε περίπου τα ίδια με τον Καρβελά: ότι τα πράγματα στην περιφέρειά του δεν έδειχναν τόσο ειδυλλιακά όσο τα παρουσίαζαν οι κεντρικές αναφορές.

Ο Πρόεδρος απάντησε και πάλι όπως την προηγούμενη φορά. Ισως άλλαξαν μερικές λέξεις. Δεν άλλαξε όμως ούτε ο τόνος ούτε η ουσία. Η πραγματικότητα, προφανώς, είχε κληθεί να αναμορφωθεί. Την πρώτη φορά τον πίστεψα. Τη δεύτερη τον κατάλαβα. Δεν περιέγραφε την πραγματικότητα. Ο Καραμανλής δεν μας ενημέρωνε ούτε συμμεριζόταν δημοσίως την ανησυχία των στελεχών του. Μας εμβολίαζε με θάρρος. Δεν αποτύπωνε το κλίμα. Το κατασκεύαζε.

Και ίσως αυτό να ήταν το ουσιώδες: στην πολιτική, η αισιοδοξία δεν είναι πάντοτε προδιάθεση. Συχνά είναι εντολή.

Ο Σταύρος Δήμας είναι πρώην υπουργός, πρώην επίτροπος ΕΕ

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail