Ενα αγόρι 22 ετών. Από κάποιο χωριό της Ανατολικής Μακεδονίας, ένα χωριό της «βαθιάς Ελλάδας». Δέκα παιδιά στην οικογένεια. Μόνο να φανταστούμε μπορούμε τις συνθήκες. Ρούχα που «κληρονομούνται» από τα μεγαλύτερα στα μικρότερα και που σχεδόν ποτέ δεν είναι ολοκαίνουργια, παιχνίδια πάντα χρησιμοποιημένα, περιορισμένος χώρος, η απομόνωση αδύνατη, η ιδιωτικότητα άγνωστη λέξη, συνεχείς μικροτσακωμοί για το τι είναι «δικό μου» και τι «δικό σου».

Και δουλειά, πολλή δουλειά για να τα βγάλουν πέρα. Αλλά και αγάπη κι αλληλοϋποστήριξη. Αρκούν όμως αυτά σε ένα παιδί γεννημένο τη χρονιά των Ολυμπιακών της Αθήνας; Σε κάποια μπορεί, σε κάποια όχι. Ακόμη και σε άλλες συνθήκες να είχε μεγαλώσει αυτό το αγόρι, στο κέντρο της πρωτεύουσας ή με άλλες προοπτικές, στην εποχή των ινφλουένσερ και της υπεραξίας της διασημότητας, πολλά παιδιά αυτό ακριβώς ονειρεύονται για να ανέβουν στο τρένο της επιτυχίας, να σπάσουν το φράγμα της ανωνυμίας, να γίνουν «κάποιοι».

Το συγκεκριμένο παιδί επέλεξε να συμμετάσχει σε ένα επιτυχημένο ριάλιτι επιβίωσης. Αρέσει – δεν αρέσει πρόκειται για ένα κερδισμένο τηλεοπτικό στοίχημα. Λένε κάποιοι ότι αυτά τα παιχνίδια δίνουν τροφή στη ματαιοδοξία, καλλιεργούν τον ανταγωνισμό, είναι εξευτελιστικά, αποθεώνουν το σώμα και απαξιώνουν το πνεύμα κι άλλα τέτοια. Ε και; Ο,τι έχει επιτυχία σήμερα, σημαίνει ότι με κάποιον τρόπο αντικατοπτρίζει την εποχή μας. Το θέμα είναι ότι αυτό το παιδί τράκαρε με την κακιά στιγμή. Ενας σοβαρός τραυματισμός από διερχόμενο ταχύπλοο και ο ακρωτηριασμός του ενός ποδιού του.

Ενα άλλο αγόρι, 28 ετών. Επίσης από μία μικρή πόλη της περιφέρειας. Ενα αγόρι διαφορετικό από τα άλλα. Οταν ήταν μικρό δεν ζωνόταν με σπαθιά και δεν ήθελε «όταν μεγαλώσει να γίνει μονομάχος». Του άρεσε να φοράει παράξενα ρούχα, πολύχρωμα και λουλουδάτα, εντυπωσιακά γυαλιά και καπελάκια. Τα άλλα παιδιά τον κορόιδευαν και το δικό μας αγόρι απομονωνόταν στα αδιέξοδα της εφηβείας του. Η διέξοδός του ήταν η μουσική.

Οι γονείς του, άνθρωποι του μεροκάματου και οικονομικά στερημένοι, τον στήριζαν, αλλά οι άλλοι του έλεγαν να τα παρατήσει. Το αγόρι όμως επέμενε, ποτέ δεν άκουσε τους άλλους. Ποτέ δεν σταμάτησε. Το έψαχνε, το προσπαθούσε, χωρίς χρήματα και διασυνδέσεις. Μόνο το πείσμα και τα όνειρά του είχε. Ξεκίνησε να δουλεύει, ως μουσικός του δρόμου. Και σε λίγα χρόνια βρέθηκε να εκπροσωπεί την Ελλάδα στη Γιουροβίζιον. Και τα στοιχήματα λένε ότι αύριο, μπορεί το «Ferto» του να το φέρει στην Ελλάδα. Ο ίδιος παροτρύνει τους νέους να κυνηγάνε τα όνειρά τους, τους λέει ότι έχουν μαγεία στα χέρια τους και – αν πραγματικά το θέλουν – μπορούν να αλλάξουν τη ζωή τους στο 100%.

Τι κοινό έχουν ο Σταύρος Φλώρος και ο Ακύλας; Ξεσκεπάζουν την κακία και την υποκρισία όλων αυτών που νομίζουν ότι επειδή ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ είχε πριν από κάμποσα χρόνια μια φαεινή ιδέα που εξελίχθηκε στη θεμελίωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οι ίδιοι σήμερα μπορούν να γίνονται κήνσορες και τιμητές των πάντων.

Αυτόκλητοι «φρουροί»

Είναι σοκαριστικό να διαβάζεις τα σχόλια ανθρώπων που έχουν αυτοαναγορευθεί σε «φρουρούς» της αισθητικής, της Τέχνης και της κουλτούρας μας. Δεν μπορώ να φανταστώ τον «πολιτισμό» ενός ανθρώπου που λέει για ένα 22χρονο αγόρι που ακρωτηριάστηκε κάτι σαν «καλά να πάθει», μόνο και μόνο διότι συμμετείχε σε μία εκπομπή που θεωρούν υποδεέστερη. Πολιτισμός δεν είναι οι εκπομπές λόγου· είναι, πρωτίστως, η καλλιέργεια της ψυχής. Η κατανόηση της ανάγκης του άλλου. Και ο πολιτισμός μας δεν απειλείται από τη χαρά του Ακύλα, περισσότερο θα έλεγα εγώ από δύσθυμους και κακιωμένους έντεχνους.

Ας αφήσουμε ήσυχους τους νέους ανθρώπους όταν προσπαθούν να κάνουν πραγματικότητα τα όνειρά τους. Ακόμη κι αν δεν συμφωνούμε με αυτά. Και στο κάτω κάτω η επικαιρότητα δεν μας αφήνει και πολλά περιθώρια. Διότι, τελικά, τι θέλουμε; Νέα παιδιά που ονειρεύονται ή που πηδάνε από τις ταράτσες;

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail