Γερμανία, 1949. Ενας ηλικιωμένος άντρας και μια νεότερη γυναίκα έχουν έρθει από την Αμερική στη χώρα που μόλις πριν από μερικά χρόνια είχε καταστρέψει τον κόσμο και τώρα, μετά την ήττα της, έχει αρχίσει να ανοικοδομείται. Ο άντρας είναι ο Τόμας Μαν, ο νομπελίστας συγγραφέας του «Μαγικού βουνού» και του «Θανάτου της Βενετίας». Η γυναίκα είναι η Ερικα, η κόρη του. Η Γερμανία είναι η πατρίδα τους και εκεί έχουν επιστρέψει από την Αμερική, όπου πλέον ζουν, για τη βράβευση του Μαν σε μια πόλη της Βαϊμάρης, στην Ανατολική Γερμανία πλέον. Είναι η πόλη όπου γεννήθηκε ο Γκαίτε.
Ποια είναι όμως η αληθινή πατρίδα του Τόμας Μαν; Ποια είναι η πατρίδα στην οποία ανήκει η καρδιά του; «Είμαι αμερικανός πολίτης αλλά γερμανός συγγραφέας», θα απαντήσει στη συνέντευξη Τύπου όταν του κάνουν αυτή την ερώτηση. «Το πού βρίσκεται η καρδιά μου, όμως, είναι ένα πολύ δύσκολο και πολύ σύνθετο ερώτημα για να απαντηθεί».
Και αυτό ακριβώς το ερώτημα μοιάζει να διαπερνά όλη την ταινία «Fatherland», τελευταία δημιουργία του Πάβελ Παβλικόφσκι, σπουδαίου πολωνού σκηνοθέτη ταινιών όπως η «Ida» και ο «Ψυχρός πόλεμος» που έκανε πρεμιέρα στο ίδιο αυτό φεστιβάλ το 2018. Ομως ο Παβλικόφσκι ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο Τόμας Μαν και όχι μόνο σε σχέση με την πατρίδα του αλλά και με την οικογένειά του, όπως και με τον ίδιο τον εαυτό του.
Ο Μαν που υποδύεται ο έξοχος γερμανός ηθοποιός Χανς Τσίσχλερ λατρεύει την κόρη του (Σάντρα Χούλερ) την οποία έχει ανάγκη (τον ξυρίζει, του διορθώνει τα γραπτά, κανονίζει όλες τις λεπτομέρειες του προγράμματός του). Την ίδια ώρα όμως είναι εντελώς αποξενωμένος από τον γιο του, επίσης συγγραφέα Κλάους Μαν, με τον οποίο ποτέ δεν επικοινώνησε. Τα αισθήματα από πλευράς Κλάους είναι αμοιβαία.
Τελικά όλη η συγκίνηση που πηγάζει από την ανάγνωση των γραπτών του Τόμας Μαν βλέπουμε να αποτυπώνεται σε ένα ευφυές «απολίθωμα της μπουρζουαζίας», όπως αποκαλεί τον Τόμας Μαν η ίδια η κόρη του όταν βλέπει την ψυχρή και κυνική αντιμετώπισή του απέναντι σε μια ανείπωτη τραγωδία. «Η αυτοκτονία ενός τοξικομανούς είναι ασήμαντη μπροστά στη μοίρα του κόσμου», θα πει ο Μαν και θα ακούσει ότι τελικά δεν είναι το κέντρο του κόσμου.
Και όλα τα παραπάνω ενταγμένα σε μια ταινία γεμάτη «μικρές» αλλά χαρακτηριστικές σκηνές, μέσω των οποίων ο Παβλικόφσκι μεταφέρει με υπέροχο (και αρκετά χιουμοριστικό) τρόπο το ηλεκτρισμένο, ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής της ιστορίας της ταινίας όταν η Αμερική και η Ρωσία βρίσκονταν σε σύγκρουση ενώ καθόριζαν τη μοίρα του υπόλοιπου κόσμου. Ο Μαν δηλώνει αντίθετος και στα δύο μοντέλα, πιστεύοντας, ειρωνικά, στον άνθρωπο.
Γυρισμένο ασπρόμαυρο και σχετικά σύντομο σε διάρκεια, αυτό το φιλμ κουβαλά μέσα του πολλή ουσία, πολύ συναίσθημα αλλά και μια μεγάλη αίσθηση απογοήτευσης.
Η απουσία του Χόλιγουντ
«Η Αμερική θα είναι παρούσα στη φετινή διοργάνωση, αλλά τα στούντιό της θα είναι λιγότερα στο φεστιβάλ», ανέφερε πριν από έναν μήνα ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ των Καννών Τιερί Φρεμό, όταν έκανε την ανακοίνωση του φετινού προγράμματος. Και πράγματι, δεν πρέπει να μας ξεγελά το γεγονός ότι ενώ φέτος σε όλα τα προγράμματα θα βρούμε αμερικανικές ταινίες, και μάλιστα με ονόματα, στην ουσία είναι ταινίες ανεξάρτητων στούντιο. Αναφερόμαστε σε ταινίες όπως οι «Paper tiger» του Τζέιμς Γκρέι με τους Σκάρλετ Τζοχάνσον, Ανταμ Ντράιβερ και «Ο άντρας που αγαπώ» του Αϊρα Σακς με τον Ράμι Μάλεκ στο διαγωνιστικό πρόγραμμα ή το «Propeller One – Way Night Coach» του Τζον Τραβόλτα στο εκτός διαγωνισμού τμήμα Cannes Premiere.
Με άλλα λόγια, από τις Κάννες φέτος λείπουν οι ταινίες – κράχτες, τα μεγάλα blockbusters, οι ταινίες που τα παλαιότερα χρόνια έκαναν την πρεμιέρα τους στην Κυανή Ακτή και προκαλούσαν τεράστιο θόρυβο ως γεγονότα. Θυμίζουμε το «Top Gun Maverick», όπως και την τελευταία «Επικίνδυνη αποστολή», και οι δύο με τον Τομ Κρουζ, ή σε μικρότερη ίσως κλίμακα τον «Elvis» του Μπαζ Λούρμαν με τον Οστιν Μπάτλερ.
Οι λόγοι που κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει φέτος φαίνεται να είναι καθαρά οικονομικοί. Ενώ οι Κάννες προσφέρουν ως αντάλλαγμα σε αυτές τις ταινίες την πολύτιμη διαφήμιση που θέλουν – το κόκκινο χαλί της αίθουσας Λιμιέρ είναι το πιο διάσημο στον πλανήτη – και παρότι δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο καλύπτουν τη διοργάνωση προσφέροντας την καλύτερη δημοσιότητα, τα έξοδα που αυτές οι ταινίες θα πρέπει να πληρώσουν για να έρθουν στο φεστιβάλ είναι τεράστια. Οσο πιο μεγάλη η ταινία, τόσο πιο μεγάλα και τα έξοδά της. Kαι μάλιστα σε μια εποχή που στην Αμερική ο τομέας της ψυχαγωγίας δοκιμάζεται με μια μεγάλη συγχώνευση που αναμένεται οσονούπω να γίνει. Οσο παράξενο και αν ακουστεί, ακόμα και οι Κάννες για αυτά τα στούντιο μπορεί να είναι μια μη αναγκαία πολυτέλεια.
Υπάρχει επίσης και το ρίσκο μια ταινία για την οποία έχουν σπαταληθεί εκατομμύρια για την προώθησή της, να μην αρέσει και η δημοσιότητά της να συνοδεύεται με κάτι το αρνητικό, όπως ακριβώς συνέβη με την τελευταία περιπέτεια Ιντιάνα Τζόουνς, «Ο Ιντιάνα Τζόουνς και o δίσκος του πεπρωμένου», που έκανε την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ των Καννών του 2023. Η υποδοχή της ταινίας του Στίβεν Σπίλμπεργκ δεν ήταν αυτή που τα στούντιο της Disney και της Paramount υπολόγιζαν και σύντομα η πρεμιέρα της στις Κάννες αποδείχθηκε λάθος στρατηγική. Εν τέλει, η ταινία έκλεισε τον κύκλο της με 384 εκατομμύρια έσοδα έχοντας σπαταλήσει περίπου 295 εκατομμύρια δολάρια για μάρκετινγκ.







