Είναι ένα φιλμάκι, ούτε δύο λεπτά, σποτάκι ενημερωτικό για τα προβλήματα που έχουν τα παιδιά αλλά και οι γονείς τώρα με τις εξετάσεις. Το πλάνο ακίνητο, σκοτεινό, ένα σκούρο βαμμένο χολ, δεξιά η είσοδος, στο βάθος τζαμαρία· έξω νύχτα, μια σκάλα αχνοφαίνεται αριστερά που βγάζει σ’ ένα αόρατο δωμάτιο με κάποιο επιτέλους φως, κι αυτό τρεμάμενο. Το όλον παραπέμπει σε φιλμ νουάρ.
Να ανοίξω μια παρένθεση εδώ και να λύσουμε μια παρεξήγηση, κινηματογραφικής φύσεως. Αλλωστε με θέλγουν τόσο οι παρενθέσεις. Ο,τι ομόρφυνε τη ζωή μου ήτανε σε παρένθεση. Ή, μάλλον, ό,τι ομορφαίνει τις ζωές μας είναι στις παρενθέσεις. Λοιπόν, όταν λέμε φιλμ νουάρ, δεν εννοούμε μαυρόασπρο. Εχουν γυριστεί έγχρωμα νουάρ – πού να σου λέω – με πρώτο και καλύτερο τον «Σαμουράι» του Μελβίλ με τον Ντελόν. Μάλιστα, εκεί, υπάρχει μετά τους τίτλους της ταινίας η φράση: «Δεν υπάρχει πιο βαθιά μοναξιά στον κόσμο από τη μοναξιά ενός σαμουράι, εκτός από μιας τίγρης στην έρημο. Ισως». Λοιπόν, φιλμ νουάρ ήταν και είναι οι ταινίες που η δράση τους εκτυλίσσεται τη νύχτα· κλείνει η παρένθεση.
Στο πλάνο λοιπόν που λέγαμε, με το χολ το σκοτεινό, τη σκάλα και την τζαμαρία τη θαμπή, ξαφνικά ανοίγει με πάταγο η πόρτα· μπαίνει, μάλλον εισβάλλει, ένας προέφηβος σαν σκιά, βροντάει πίσω του την πόρτα, ανεβαίνει σίφουνας τη σκάλα (ξύλινη μάλλον για να ηχεί σαν μοίρα) και φωνάζοντας, στεντορεία τη φωνή, δηλώνει: «Εγώ εξετάσεις δεν πάω. Τέλος». Μάλιστα, στην τελευταία λέξη, στο «τέλος», πέραν του ότι ήταν τελεσίδικη, ακούστηκε κάτι σαν λυγμός. Ή μάλλον, επειδή σ’ αυτή την ηλικία, την άχαρη κατά πολλούς αλλά κατ’ άλλους σημείο συνεχούς επιστροφής, η φωνή από παιδική διστάζει ή φοβάται να γίνει η φωνή ενός άντρα, ξεπέφτει σε κοκοράκι. Αλλά, και κοκοράκι να ήταν, δεν ακούστηκε λιγότερο συγκινητικό. Το πλάνο σκοτεινιάζει και πέφτει ένας αριθμός, τηλέφωνο αμέσου βοηθείας. Κι ένα σπικάζ, θα το λέγαμε προτρεπτικό, αν είχαμε καλές προθέσεις. Που γιατί να μην έχουμε, δηλαδή.
Δεν ξέρω, αυτό το σποτάκι ήταν μια μικρή ανάσα. Κουράστηκα από αυτή την προ-προεκλογική ατμόσφαιρα που όζει. Απ’ τη μια, όλες αυτές οι μνήμες που ξύπνησε το «Στο χιλιοστό» (απίστευτος ο πρώην υπουργός Σταθάκης, να χασκογελάει αραχτός για τις χειρότερες μέρες της κρίσης. Αχαχούχα μυαλό που ‘χα). Κι απ’ την άλλη, οι απανωτές δημοσκοπήσεις όπου μετράνε το αμέτρητο – μέχρι και κόμματα ανύπαρκτα προς το παρόν, και σχόλια, απόψεις, γνώμες, προβλέψεις, λόγια, λόγια, λόγια. Αν βάλεις και το αίμα στην άσφαλτο, τους φόνους, το καράβι με τον θανατο-ιό που γυρνάει τις θάλασσες χωρίς να βρίσκει λιμάνι, όλα όσα παραγεμίζουν τα κενά στα προγράμματά τους, λες, έχει έρθει η σκόνη απ’ τη Σαχάρα πολύ πριν από τον ερχομό της και μάλλον θα μας μείνει εδώ για πάντα μέχρι να μας πνίξει εντελώς.
Λέω, λέω… κι όμως μ’ ακολουθεί αυτή η φωνή: «Εγώ εξετάσεις δεν πάω. Τέλος»· σκέφτομαι αυτό το παιδί, τη μοναξιά του μπροστά στην άσπρη κόλα. Τη γνήσια κι έντονη άρνησή του. Κι όμως, θα πάει τελικά. Θα πάει.
Ετσι κι εγώ, που έλεγα προχθές στο μπαρ, έξω φωνή, στους εμβρόντητους μισοζαλισμένους πελάτες «εγώ να ψηφίσω δεν πάω. Τέλος», θα πάω, τι θα κάνω; Θα πάω. Παρόλο που ξέρω, κυβέρνηση δεν βγαίνει. Θα πάω. Πρόβατον επί σφαγήν.
Το παραχοντρύναμε, μου φαίνεται.
– Γκαρσόν, ένα ντράι μαρτίνι και τον Ακύλα στα μεγάφωνα.
Ζήτω… Ζούμε.






