Η ελληνική σοσιαλδημοκρατία συμπληρώνει τρεις δεκαετίες μιας διαρκούς μετατόπισης: από ορμητική δύναμη κοινωνικού μετασχηματισμού τη δεκαετία του ’70 σε δύναμη συμπληρωματική του νεοφιλελευθερισμού στις μέρες μας. Από πολιτικό ρεύμα που κάποτε εξέφραζε τη διεύρυνση της δημοκρατίας και τη σύγκρουση με τις ανισότητες με την προοπτική μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, μετεξελίχθηκε σταδιακά σε άχαρο συμπλήρωμα ενός κεντροδεξιού μοντέλου διακυβέρνησης.
Η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα δεν ξεκίνησε με τα Μνημόνια. Ξεκίνησε πολύ νωρίτερα, όταν εγκατέλειψε τη φιλοδοξία να αλλάξει τους κοινωνικούς συσχετισμούς και αρκέστηκε στη «λογική του εφικτού». Από τη δεκαετία του ’90 και έπειτα, η πολιτική υποκαταστάθηκε από τη διαχείριση, η ιδεολογία από την τεχνοκρατία και η κοινωνική σύγκρουση από την αναζήτηση συναίνεσης με τις ολιγαρχίες.
Η ελληνική σοσιαλδημοκρατία δεν ηττήθηκε μόνο εκλογικά. Ηττήθηκε πρωτίστως ιδεολογικά. Μεταλλάχτηκε. Αποδέχτηκε ότι η αγορά αποτελεί τον μοναδικό ρυθμιστή της κοινωνίας, ότι οι ιδιωτικοποιήσεις είναι μονόδρομος, ότι το κοινωνικό κράτος πρέπει να περιορίζεται ώστε να μην «ενοχλεί» τη δημοσιονομική πειθαρχία. Στην πραγματικότητα, εσωτερίκευσε τον νεοφιλελευθερισμό, διατηρώντας μόνο μια πιο ήπια γλώσσα. Οτι συμβαίνει στη ΓΣΕΕ του Παναγόπουλου, όπου ΠΑΣΟΚ και Δεξιά συνυπάρχουν αρμονικά στην ηγεσία της Συνομοσπονδίας, είναι μόνο το σύμπτωμα.
Αυτή ακριβώς η μετάλλαξη συνέβαλε στη σημερινή κυριαρχία της Κεντροδεξιάς. Οταν η σοσιαλδημοκρατία και ευρύτερα ο προοδευτικός χώρος παύει να συγκρούεται με τις ανισότητες, όταν μετατρέπεται σε διαχειριστή των ίδιων πολιτικών που παράγουν κοινωνική ανασφάλεια, τότε οι πολίτες προτιμούν το πρωτότυπο από το αντίγραφο. Η Δεξιά κυριάρχησε όχι μόνο επειδή έγινε ισχυρότερη, αλλά επειδή η Αριστερά σταμάτησε να πιστεύει στις δικές της ιστορικές αξίες. Στην πραγματικότητα, ακόμη και ο όρος Κεντροαριστερά χρησιμοποιείται καταχρηστικά. Το ΠΑΣΟΚ κατάντησε ένα αφυδατωμένο ιδεολογικά κόμμα του Κέντρου.
Το αποτέλεσμα είναι ορατό παντού. Μια κοινωνία με τεράστιες ανισότητες, επισφαλή εργασία, στεγαστική ασφυξία για τους νέους, υποβάθμιση της δημόσιας υγείας και παιδείας, συγκέντρωση πλούτου και ισχύος σε λίγους. Και απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, μεγάλο μέρος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας αναζητεί συναίνεση με τη Δεξιά. Σαν να μην υπάρχουν πλέον διακριτές κοινωνικές στρατηγικές. Σαν η διαφορά ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά να αφορά μόνο το ύφος και όχι το περιεχόμενο της πολιτικής. Μεγάλο μέρος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας κηρύσσει διμέτωπο αγώνα απέναντι στη Δεξιά και την Αριστερά για να αποκρύψει μια απλή αλήθεια: όποιος αρνείται τη Διαίρεση Δεξιάς – Αριστεράς είναι δεξιός.
Κατά συνέπεια, η ενδόμυχη αποδοχή της συγκυβέρνησης με τη Δεξιά δεν είναι μια πιθανότητα, είναι μια ασφαλής βεβαιότητα, εφόσον η Δεξιά τη χρειαστεί. Γιατί, χρόνια τώρα, σημαντικά τμήματα της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας αντιμετωπίζουν τη συνεργασία με τη Δεξιά όχι ως έκτακτη συνθήκη αλλά ως φυσιολογικό ορίζοντα. Εάν η Αριστερά απειλεί να έρθει στην εξουσία, το ΠΑΣΟΚ προθυμοποιείται να φωνάξει «βοήθεια, οι αριστεροί επιστρέφουν».
Και για να μιλάμε με ονόματα, η Αννα Διαμαντοπούλου και οι οπαδοί της εκφράζουν τον σκληρό πυρήνα αυτής της στρατηγικής. Εξάλλου, η πρόσφατη «υπόθεση Καστανίδη» αποτελεί μια σαφή ένδειξη πως το ΠΑΣΟΚ προτιμά ακόμη και να θυσιάσει ένα ιστορικό στέλεχός του για να έχει όλες τις πόρτες ανοιχτές μετεκλογικά.
Το ΠΑΣΟΚ, κουβαλώντας τις δύο ψυχές του, δεν έχει μόνο κρίση ταυτότητας αλλά απαντά με παλιά εργαλεία στους νέους καιρούς. Η κλιματική κρίση, η έκρηξη των κοινωνικών ανισοτήτων, η κρίση της εργασίας, η στεγαστική κατάρρευση των νέων γενεών και η άνοδος της Ακροδεξιάς δεν αντιμετωπίζονται με «ουδέτερη» διαχείριση. Απαιτούν συγκρούσεις, αναδιανομή, ισχυρό κοινωνικό κράτος και νέες μορφές δημοκρατικής συμμετοχής.
Τα ευρωπαϊκά κομματικά συστήματα αλλάζουν ραγδαία. Η άνοδος της Ακρας Δεξιάς είναι η μία πραγματικότητα αλλά όχι η μόνη. Αν η gen X, οι σημερινοί 50ρηδες και 60ρηδες, στρέφεται προς την Ακρα Δεξιά, οι millennials και η gen Z, οι 20ρηδες και 30ρηδες, που βλέπουν τη ζωή τους να στραγγίζει από την ακρίβεια και τη στεγαστική κρίση, μετακινούνται προς τα αριστερά. Στη Βρετανία, φέρ’ ειπείν, οι Πράσινοι, που στην πραγματικότητα είναι και Κόκκινοι, παρουσιάζουν σαρωτική άνοδο. Το ίδιο παρατηρείται και αλλού.
Απέναντι στην ηγεμονία της Δεξιάς, δεν αρκεί να αντιπαραβάλλουμε μια καλύτερη εκδοχή του υπάρχοντος συστήματος. Χρειαζόμαστε μια νέα ενιαία προοδευτική δύναμη στα αριστερά του Κέντρου, με βούληση διακυβέρνησης και όραμα κοινωνικού μετασχηματισμού.
Δεν μπορεί να υπάρξει νέα προοδευτική πλειοψηφία χωρίς ρήξη με τη λογική της διαχείρισης. Δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική ελπίδα όσο η πολιτική περιορίζεται στην επιτήρηση των αριθμών και στην προσαρμογή στις αγορές.
Η μεγάλη πρόκληση της εποχής δεν είναι να γίνει η Κεντροαριστερά πιο «αξιόπιστη» στα μάτια των ισχυρών. Είναι να γίνει ξανά χρήσιμη για τους πολλούς. Να ξαναμιλήσει για ισότητα, για δημόσια αγαθά, για δημοκρατία με περιεχόμενο. Να αποδείξει ότι η πολιτική μπορεί ακόμη να διευρύνει τα όρια του εφικτού και όχι απλώς να διαχειρίζεται τα αδιέξοδα.
Ο Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής ΠΑΜΑΚ






