Δεκαετίες ολόκληρες πολιτικοί και κοινωνικοί επιστήμονες πάσχιζαν να λύσουν το αίνιγμα της διαμόρφωσης των τάσεων της κοινής γνώμης, των πολιτικών συμπεριφορών της και των εκλογικών προτιμήσεών της.
Σειρά υποθέσεων εργασίας δοκιμάστηκαν κατά καιρούς σε μια συστηματική και συνάμα ανταγωνιστική προσπάθεια να εξαχθούν κοινά αποδεκτά, τουλάχιστον από την επιστημονική κοινότητα, συμπεράσματα για τις μεταβλητές που επηρεάζουν την κρίση των πολιτών και τα κριτήρια με τα οποία αποφασίζουν ποια στάση θα τηρήσουν μπροστά στις κάλπες.
Οι επικρατέστερες, βέβαια, από αυτές τις υποθέσεις προσέφεραν στη συνέχεια τη βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκαν ερμηνευτικές θεωρίες και σχολές σκέψης. Καμία όμως δεν στάθηκε ικανή να μηδενίσει την εγγενή απροσδιοριστία των κομματικών ανταγωνισμών και των εκλογικών αναμετρήσεων.
Ο λόγος είναι απλός. Οι επιλογές των εκλογέων δεν μπορούν να αναχθούν σε προκαθορισμένους αντικειμενικούς παράγοντες, όπως είναι το φύλο, η ηλικία ή η θέση τους στην απασχόληση και την κοινωνική ιεραρχία. Ούτε, όμως, και να παραμείνουν δέσμιες υποκειμενικών παραμέτρων, όπως είναι ψυχο-πολιτισμικοί παράγοντες που αναπαράγουν τις πολιτικές παραδόσεις και σχηματίζουν τα ιδεολογικά ρεύματα.
Η ίδια απροσδιοριστία ισχύει και για τις προβλέψεις όλων εκείνων των πιο πρόσφατων ερμηνειών που πιστεύουν ότι ο πολίτης είναι πάντα ένας ορθολογιστής που συμπεριφέρεται σαν τον καταναλωτή που διαλέγει το προϊόν υπολογίζοντας κατά πόσο μεγιστοποιεί το ατομικό του όφελος. Πολύ δε περισσότερο που ούτε η έντονη κινητικότητα την οποία επιδεικνύουν στις ήμερες μας οι ψηφοφόροι μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά και μόνο από τις συγκυριακές μεταβολές των περιστάσεων.
Κάθε πολίτης ανήκει ταυτόχρονα και διαδοχικά σε διαφορετικά υποσύνολα, υφίσταται διαφορετικές επιδράσεις, έχει διαφορετικές και ενίοτε αντιφατικές ευαισθησίες, είτε κατευθύνεται προς τα δεξιά είτε κινείται στο κέντρο είτε στρέφεται προς τα αριστερά, χωρίς και πάλι αυτό να αρκεί για να πάει ή να μην πάει να ψηφίσει, να ψηφίσει αρνητικά ή θετικά, να ρίξει λευκό ή να προτιμήσει ένα άκυρο ψηφοδέλτιο.
Πάντως πουθενά στον κόσμο των ώριμων ευρωπαϊκών δημοκρατιών δεν ευδοκιμούν οι αστικοί μύθοι που καλλιεργούνται παρ’ ημίν καταλαμβάνοντας τη θέση των επιστημονικών αναλύσεων και προβαλλόμενοι ως στρατηγικής αξίας απαγαύσματα πολιτικής σοφίας.
Κάποτε η τελευταία παρομοίαζε τις κάλπες με εγκύους που ουδείς μπορούσε να είναι σίγουρος για το φύλο του καρπού της κοιλιάς τους. Αργότερα, όταν οι υπέρηχοι άρχισαν να αποκαλύπτουν τα μυστικά των κυήσεων, τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων άρχισαν να συγχέονται με τα αποτελέσματα των εκλογών.
Σήμερα στα παραδείγματα των εν λόγω αστικών μύθων έχουν προστεθεί ακόμα δύο. Το πρώτο εξακολουθεί να αναπαράγεται μαζί με την κοινοτοπία που επαναλαμβάνει ότι «ο πολίτης ψηφίζει με την τσέπη του». Το δεύτερο κατασκευάζεται τελευταία στηριζόμενο σε υποτιθέμενα δημοσκοπικά ευρήματα, σύμφωνα με τα οποία μόλις ένα 2% του εκλογικού σώματος ενδιαφέρεται αληθινά για ζητήματα δημοκρατίας και κράτους δικαίου, όπως αυτά των υποκλοπών.
Ετσι προφανώς εξηγείται και ο χωρίς προσχήματα χειρισμός εκ μέρους της ΝΔ της υπόθεσης των υποκλοπών καθώς και η άρνησή της να αποδεχθεί τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Αν οι προσεχείς εκλογές αποδείξουν ότι ήταν σωστή η ανάλυση που έκανε του κόστους και του οφέλους των στρατηγικών επιλογών της, τότε σίγουρα θα πρέπει να αναθεωρηθούν οι απόψεις όσων πίστεψαν ότι ο ελληνικός λαός παρέμενε ένας από τους πιο πολιτικοποιημένους της Ευρώπης. Ειδάλλως, η ΝΔ θα έχει πέσει θύμα των μύθων που διακινεί. Ιδιαίτερα στην καθόλου απίθανη περίπτωση που ο ελληνικός λαός εκπλήξει με τον τρόπο που θα λύσει το σταυρόλεξο των οριζόντιων και κάθετων διαιρετικών τομών που μεταβάλλουν ήδη ριζικά τη γεωμετρία των συσχετισμών μεταξύ συστημικών και αντισυστημικών δυνάμεων, δεξιών και αριστερών ριζοσπαστισμών.
Ο Γιώργος Σεφερτζής είναι πολιτικός επιστήμονας – αναλυτής






