Στις εκλογές του Μαΐου του 2023, ένας στους δύο αναποφάσιστους των σφυγμομετρήσεων διάλεξε τι θα ψηφίσει την ίδια μέρα, πάνω από την κάλπη (βάσει ανάλυσης που είχε παρουσιάσει η ΕΡΤ). Από αυτούς, ένας στους δύο είχε προτιμήσει τη Νέα Δημοκρατία – μια μαζική τάση της ύστατης ώρας που ερμηνεύει τόσο τη μεγάλη διαφορά που εξασφάλισε (41% έναντι 20% του ΣΥΡΙΖΑ υπό τον κ. Τσίπρα), όσο και την εξίσου μεγάλη αποτυχία των δημοσκόπων να προσεγγίσουν ικανοποιητικά το πραγματικό αποτέλεσμα.
Τότε, σύμφωνα με τις κυριότερες εταιρίες μετρήσεων στις τελευταίες έρευνές τους πριν από τις εκλογές, η λεγόμενη «αδιευκρίνιστη ψήφος» κινούνταν στο 12-13%, δηλαδή η ΝΔ πήρε την ύστατη ώρα τουλάχιστον πέντε ολόκληρες μονάδες διαφοράς. Σήμερα, στη θολή – και δυσπροσπέλαστη στους αναλυτές – περιοχή κινείται έως και ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους (Metron Analysis, Απρίλιος 2026). Αρα το να διαπιστώσει κανείς ότι αυτοί είναι που θα κρίνουν το εκλογικό αποτέλεσμα αποτελεί μάλλον κοινοτοπία. Πιο ενδιαφέρουσα είναι η αναζήτηση του ποιοι ακριβώς είναι αυτοί οι αναποφάσιστοι;
Πρώτα από όλα, υπάρχουν δύο μεγάλες κατηγορίες. Εκείνοι που αμφιταλαντεύονται για το ποιο κόμμα θα ψηφίσουν και εκείνοι που δεν έχουν αποφασίσει εάν θα συμμετέχουν καν στην εκλογική διαδικασία. Στους τελευταίους πρέπει να προστεθεί και μια κατηγορία εντελώς αδιάφορων πολιτών, που θα πάνε στο παραβάν μόνον εάν δημιουργηθεί ένα ισχυρό ρεύμα, μια ισχυρή κοινωνική δυναμική προς κάποια κατεύθυνση. Σήμερα, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται ούτε υπαρκτό, ούτε πιθανό.
Η αύξηση της λεγόμενης «δεξαμενής» των αναποφάσιστων οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους. Σε πρώτη φάση στη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ, που πρέπει κανείς να έχει ισχυρή μνήμη για να ανακαλέσει ότι μόλις πριν από τρία χρόνια εκλέχτηκε αξιωματική αντιπολίτευση. Στη δεύτερη, πιο πρόσφατη, φάση οι εισροές προέρχονται από ψηφοφόρους της ΝΔ, που είχαν παραμείνει στο περίγραμμα της εκλογικής της απήχησης ακόμη και στην περίοδο της συρρίκνωσης (στην αρχή της δεύτερης τετραετίας Μητσοτάκη, έως τις ευρωεκλογές του 2024), όταν ενισχύονταν προσωποκεντρικοί σχηματισμοί δεξιότερα της παραδοσιακής Κεντροδεξιάς.
Στην κυβερνητική παράταξη έχουν την αισιοδοξία ότι διατηρεί πλεονέκτημα στη συγκεκριμένη κατηγορία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πιο εύκολα προσεγγίζει οποιοδήποτε κόμμα ένα δυσαρεστημένο ιστορικό ψηφοφόρο του όταν απλώς αμφιβάλλει, παρά όταν έχει καταλήξει – έστω στην ασφαλή κάλπη των δημοσκοπήσεων σε μια διαφορετική επιλογή. Εδώ, όμως, υπάρχει ένα άλλο πρόβλημα για τη ΝΔ. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ψηφοφόρους δεν προέρχονται από τα δεξιά της – αυτοί έχουν ήδη στην πλειονότητά τους μετακινηθεί – αλλά από το κέντρο. Δεν είναι μόνον δικοί της ιστορικοί ψηφοφόροι, αλλά – σε μεγάλο αριθμό – και του ΠΑΣΟΚ. Επομένως, δεν υπάρχει μία και μόνη πολιτική μήτρα που τους διεκδικεί.
Ακόμη πιο δύσκολη θα είναι η προσέγγιση της δεύτερης μεγάλης κατηγορίας των αναποφάσιστων, εκείνων που δεν ξέρουν όχι τι, αλλά ούτε εάν θα ψηφίσουν. Η περίπτωση να συμβεί κάτι τόσο σημαντικό, ώστε να τους κατακλύσει κύμα αισιοδοξίας και να δώσουν θετική ψήφο, είναι μακρινή. Εάν «σηκωθούν από τον καναπέ» και πάνε έως το εκλογικό τμήμα, θα είναι για να ρίξουν ψήφο διαμαρτυρίας.
Τον Μάιο του 2023 η αποχή ήταν κοντά στο 40%. Στο μεταξύ, δικαίωμα ψήφου απέκτησαν – αν οι εκλογές γίνουν φέτος – πάνω από 300.000 νέοι ψηφοφόροι, μεταξύ των οποίων η ΝΔ καταγράφει θλιβερά ποσοστά, ενδεχομένως μονοψήφια. Η δική τους συμμετοχή ή αποχή είναι ένας παραμελημένος παράγοντας που μπορεί να κρίνει πολλά, σε μια εκλογή όπου πολλά θα κρίνονται σε μικρές ποσοστιαίες διαφορές.






