Σε ένα εναλλακτικό σύμπαν, τα πράγματα εκτυλίχθηκαν διαφορετικά. Το πώς ακριβώς, το περιέγραψε ο κωμικός παρουσιαστής Τζίμι Κίμελ στο σόου του της Παρασκευής, χωρίς φυσικά να έχει ιδέα για το τι θα ακολουθούσε. Ο Κίμελ θύμισε πως το Δείπνο των Ανταποκριτών του Λευκού Οίκου είναι κανονικά μία ανάλαφρη, ευχάριστη εκδήλωση, με έναν κωμικό στον ρόλο του παρουσιαστή, που σατιρίζει τους πάντες – πολιτικούς, δημοσιογράφους, αλλά και τον ίδιο τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Φαντάστηκε λοιπόν τον εαυτό του σε αυτόν τον ρόλο, με τον Ντόναλντ Τραμπ επίτιμο προσκεκλημένο…
«Θα περάσουμε ωραία απόψε. Χαίρομαι που μείνατε, κύριε πρόεδρε. Και μη φοβάστε – αν σας μωλωπίσουμε τον εγωισμό, απλώς θα φαίνονται λιγότερο “ίου” τα χέρια σας.
Μου ζήτησε να μην κάνω αστεία για εκείνον… αλλά δεν μου έδωσε και 130.000 δολάρια για να το βουλώσω. Οπότε – εδώ είμαστε.
By the way, αν συμβεί κάποια ιατρική έκτακτη ανάγκη απόψε, έχουμε γιατρό στην αίθουσα; Δηλαδή… έχουμε κανέναν Ιησού; Τα μπερδεύω κι εγώ αυτά.
Καταλαβαίνω γιατί νομίζετε ότι είστε ο Ιησούς – κάθε φορά που μπαίνετε σε ένα δωμάτιο, όλοι λένε “Χριστέ μου, πάλι αυτός”.
Πάντως δείχνετε ωραίος, κύριε πρόεδρε. Ποιος σας έκανε το μακιγιάζ; Τα Cheetos;».
Ολους τους «περιέλαβε» ο Κίμελ. «Φυσικά, είναι εδώ και η πρώτη κυρία. Κυρία Τραμπ, λάμπετε… σαν χήρα σε αναμονή. Την Κυριακή έχει γενέθλια. Θα τα γιορτάσει όπως πάντα: κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο και ψιθυρίζοντας “τι έκανα…”». Και όλοι γέλασαν. Δεν είναι, δα, κάτι που δεν έχει ξαναγίνει.
Μόνο που σε αυτό το σύμπαν, είχε κληθεί να παρουσιάσει το Δείπνο των Ανταποκριτών του Λευκού Οίκου ένας mentalist, όχι ένας κωμικός. Και ο Ντόναλντ Τραμπ, στην πρώτη του εμφάνιση ως προέδρου στη συγκεκριμένη εκδήλωση (την είχε σνομπάρει καθ’ όλη τη διάρκεια της πρώτης θητείας του, όπως και πέρυσι), είχε προαναγγείλει ότι θα χρησιμοποιούσε τον χρόνο του στη σκηνή για να βγάλει «την πιο ανάρμοστη ομιλία που έχει γίνει ποτέ», κορυφώνοντας τις επιθέσεις που συντηρούσε μέσω Truth Social όλες τις προηγούμενες ημέρες στα «fake news media». Τελικά, όμως, ούτε αυτό έγινε. Γιατί οι ΗΠΑ είναι αυτές που είναι, μία χώρα εθισμένη στην κουλτούρα των όπλων που βυθίζεται όλο και περισσότερο στην ακραία πόλωση – και ο πρόεδρός της είναι αυτός που είναι, στόχος αλλά και βασικός υποκινητής της πολιτικής βίας.
Ο Μπάρι Γκόλντγουοτερ ήταν ένας Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής από την Αριζόνα, ο υποψήφιος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στις εκλογές του 1964. Θεωρείται από τους «πατέρες» του σύγχρονου αμερικανικού συντηρητισμού, με πολύ σκληρές θέσεις σε ζητήματα όπως η κυβέρνηση, οι φόροι και ο Ψυχρός Πόλεμος. Η καμπάνια του ήταν πολύ δεξιότερη από το τότε πολιτικό κέντρο.
Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, λοιπόν, το περιοδικό «Fact» κυκλοφόρησε ένα τεύχος με τίτλο «Το Υποσυνείδητο ενός Συντηρητικού: Ενα Ειδικό Τεύχος για το Μυαλό του Μπάρι Γκόλντγουοτερ». Οι υπεύθυνοι του περιοδικού είχαν στείλει ένα ερωτηματολόγιο σε περισσότερους από 12.350 ψυχιάτρους, ρωτώντας ουσιαστικά αν ο Γκόλντγουοτερ ήταν «ψυχικά κατάλληλος» για πρόεδρος. Περίπου 2.400 απάντησαν. Από αυτούς, σχεδόν οι μισοί τον χαρακτήρισαν ακατάλληλο για το αξίωμα, παρότι δεν τον είχαν εξετάσει ποτέ προσωπικά.
Μετά τις εκλογές, και τη μεγάλη ήττα του από τον Λίντον Τζόνσον, ο Γκόλντουοτερ μήνυσε το περιοδικό για δυσφήμηση. Το δικαστήριο τον δικαίωσε, επιδικάζοντάς του αποζημίωση. Το σκάνδαλο ώθησε την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία να θεσπίσει το 1973 τον λεγόμενο «Goldwater Rule». Ο κανόνας αυτός απαγορεύει στους ψυχιάτρους να διαγιγνώσκουν ή να σχολιάζουν την ψυχική κατάσταση δημόσιων προσώπων χωρίς προσωπική εξέταση και συγκατάθεση.
Κι εντούτοις, ήδη από το 2017, ο αμερικανός ψυχολόγος Τζον Γκάρτνερ είχε παραβιάσει τον κανόνα αυτό, στρατολογώντας ειδικούς ψυχικής υγείας στο κίνημα «Duty to Warn» – «Καθήκον Προειδοποίησης». Για τον Γκάρτνερ, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ντόναλντ Τραμπ πάσχει από «κακοήθη ναρκισσισμό» – έναν όρο που επινόησε ο ψυχαναλυτής Εριχ Φρομ προκειμένου να περιγράψει τον Χίτλερ και άλλους αυταρχικούς ηγέτες – γεγονός που τον καθιστά «ανίκανο να ασκήσει τα προεδρικά του καθήκοντα και συνιστά κίνδυνο για το έθνος». Την εποχή εκείνη, ο ίδιος και το κίνημά του είχαν δημοσιεύσει αντί κραυγής κινδύνου ένα έργο με τίτλο «Η επικίνδυνη περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ: 27 ψυχίατροι και ειδικοί ψυχικής υγείας αξιολογούν έναν πρόεδρο». Και ήταν 2017, τότε που υπήρχαν ακόμα στον Λευκό Οίκο, πέριξ του Τραμπ, «ενήλικοι στο δωμάτιο».
Ο Σύλλογος Ανταποκριτών του Λευκού Οίκου είναι μια ιδιωτική οργάνωση. Ακόμα και αν του είχε προταθεί να πραγματοποιήσει το ετήσιο δείπνο του στον Λευκό Οίκο, πιθανόν να είχε αρνηθεί, για λόγους αρχής, και ειδικότερα κάτι που λέγεται ανεξαρτησία του Τύπου. Τίποτε από όλα αυτά, όμως, δεν εμπόδισε τον Τραμπ να χρησιμοποιήσει την εισβολή στο Χίλτον ως απόδειξη της ανάγκης να παρακαμφθούν ενστάσεις και αγωγές και να προχωρήσει η κατασκευή της μεγαλοπρεπούς αίθουσας χορού που ονειρεύεται εκεί όπου κάποτε ήταν η Ανατολική Πτέρυγα του Λευκού Οίκου. Σεβόμενοι τον Κανόνα Γκόλντγουοτερ, δεν θα πούμε ούτε λέξη παραπάνω.






