Το 1970 ο θάνατος της αδελφής του Νίνας είναι η αφορμή για να συνθέσει ο Γιάννης Ρίτσος τον ποιητικό μονόλογο «Η Ελένη». Το σύμβολο του αιώνιου κάλλους εμφανίζεται εδώ γηρασμένο και η αγνώριστη γυναίκα («ναι, ναι, εγώ είμαι») αναπολεί τη ματαιότητα για τις προσπάθειες των συφοριασμένων θνητών:

«Ναι, ναι, — εγώ είμαι. Κάτσε λίγο. Κανένας πια δεν έρχεται. Κοντεύω

να ξεχάσω τα λόγια. Κι ούτε χρειάζονται. Πλησιάζει θαρρώ το καλοκαίρι·

σαλεύουν αλλιώς οι κουρτίνες —κάτι θέλουν να πουν,— ανοησίες. Η μια τους

έχει βγει κιόλας έξω απ’ το παράθυρο, τραβιέται, να σπάσει τους κρίκους,

να φύγει πάνω απ’ τα δέντρα, —ίσως κιόλας να ζητάει να τραβήξει

ολόκληρο το σπίτι κάπου αλλού— μα το σπίτι αντιστέκεται μ’ όλες τις γωνιές του

και μαζί του κι εγώ, παρότι νιώθω, εδώ και μήνες, ελευθερωμένη

απ’ τους νεκρούς μου κι απ’ τον ίδιο τον εαυτό μου· κι αυτή μου η αντίσταση,

ακατανόητη, αθέλητη, ξένη, είναι το μόνο δικό μου — ο δεσμός μου

με τούτο το κρεβάτι, με τούτη την κουρτίνα· — είναι κι ο φόβος μου, σα να κρατιέμαι

ολόσωμη απ’ αυτό το δαχτυλίδι με τη μαύρη πέτρα που φοράω στο δείχτη…».

Αυτή είναι η εποχή που, όπως αποδεικνύεται από το άνοιγμα των αρχείων, η επιτροπή των υποψηφιοτήτων για τα Νομπέλ Λογοτεχνίας υποδεχόταν τη δική του για το 1971.

Στην αρχή κάθε νέας χρονιάς η Σουηδική Ακαδημία «ξεκλειδώνει» τα πρακτικά για τη λίστα που είχαν διαμορφώσει οι «σοφοί» της 50 χρόνια πριν: αυτό είναι το χρονικό όριο στο οποίο παραμένουν απόρρητα. Φέτος, λοιπόν, στον κατάλογο με τους 90 υποψηφίους εντοπίζουμε το όνομα του Γιάννη Ρίτσου (στη θέση 68) ως προτεινόμενου από το PEN Club Σουηδίας. Από την ανάγνωση μάλιστα στις λίστες των προηγούμενων ετών φαίνεται ότι αυτή είναι η πρώτη φορά που δημοσιοποιείται το όνομα του έλληνα ποιητή.

Δημοσιεύματα του ελληνικού Τύπου εκείνης της εποχής, αλλά και μεταγενέστερα, θα ανεβάσουν τον αριθμό των υποψηφιοτήτων του (έως τις 9 ή 11), συνήθως με την επίκληση πληροφοριών από το σουηδικό PEN Club, ομοτέχνους του ή την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. Μένει να φανεί, λοιπόν, τα επόμενα χρόνια και μετά το άνοιγμα των επόμενων αρχείων ο συνολικός αριθμός.

Για την ιστορία, η αμέσως προηγούμενη ελληνική υποψηφιότητα ήταν εκείνη του Παντελή Πρεβελάκη το 1970 (τον είχε προτείνει ο νεοελληνιστής Καριοφίλης Μητσάκης), ενώ την περίοδο 1960-1963 εντοπίζονται τα ονόματα των Ηλία Βενέζη και Στράτη Μυριβήλη, το 1956 της Μέλπως Αξιώτη. Νωρίτερα φυσικά κυριαρχούν οι περιπτώσεις των Νίκου Καζαντζάκη και Αγγελου Σικελιανού.

Ο Πάμπλο Νερούδα

Ο ποιητής στον οποίο κατέληξε το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1971 είναι ο Χιλιανός Πάμπλο Νερούδα, για τον οποίο ο Ρίτσος θα εκφράσει συχνά αμοιβαία εκτίμηση (σ’ εκείνον απευθύνει άλλωστε και λογοτεχνική «Επιστολή»). Τον Αύγουστο του 1952, έπειτα από πολυετή κράτηση στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη, ο έλληνας ποιητής μεταφέρεται στην Αθήνα. Ρόλο παίζει η πίεση διεθνών προσωπικοτήτων, όπως ο Πάμπλο Πικάσο, ο Πολ Ελιάρ και ο χιλιανός νομπελίστας. Με τον Νερούδα επρόκειτο να ταξιδέψει, εξάλλου, το 1970 στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης του Λονδίνου, ως εξαίρεση από τον κατ’ οίκον περιορισμό στη Σάμο που του είχε επιβάλει η δικτατορία.

Οπως θυμόταν το 2016 η κόρη του Ερη Ρίτσου: «Παίρνει άδεια να ταξιδέψει στην Αθήνα, όπου ο Στυλιανός Παττακός τον καλεί στο γραφείο του για να του κάνει συστάσεις, τι πρέπει να πει στο Λονδίνο εάν ερωτηθεί για την κατάσταση στην Ελλάδα… Ο Ρίτσος του είπε πως αν ερωτηθεί, θα πει απλώς την αλήθεια… Πως στην Ελλάδα υπάρχει μια στυγνή στρατιωτική δικτατορία. Κατόπιν τούτου πήρε τον δρόμο για Πειραιά, Τμήμα Μεταγωγών, Καρλόβασι, και οι διοργανωτές στο Λονδίνο πήραν την απάντηση πως ο Ρίτσος αρνείται να ταξιδέψει» (ανάρτηση στο Facebook).

Από τα πρακτικά του 1971 που δημοσιοποιήθηκαν προκύπτει ότι ορισμένα μέλη της Επιτροπής ήταν διστακτικά επί χρόνια, καθώς έργα του Νερούδα όπως η «Ωδή στον Στάλιν» δεν συμβάδιζαν με το ιδεώδες του Αλφρέντ Νομπέλ, όπως αποκαλύπτει ο δημοσιογράφος Kaj Schueler στη σουηδική εφημερίδα «Svenska Dagbladet» και αναπαράγει η «Guardian».

Αντιρρήσεις εκφράζει, για παράδειγμα, ο Aντερς Eστερλουντ, πρώην γενικός γραμματέας της Σουηδικής Ακαδημίας. Παρόλο που αναγνωρίζει την «ποιητική δύναμη και τη ζωντάνια», αμφισβητεί κατά πόσο «οι κυρίαρχες κομμουνιστικές αποχρώσεις στην ποίησή του συνάδουν με την αιτία ύπαρξης του βραβείου». Ο ίδιος είχε εκφράσει ήδη από τις αρχές της δεακετίας του 1960 την αντίρρησή του για την «πολιτικοποίηση» και τις «προπαγανδιστικές κατασκευές» του Νερούδα, όπως και για τον μηδενισμό του Μπέκετ (που τελικά θα κερδίσει το βραβείο το 1969).

Από το άνοιγμα των αρχείων, τέλος, προκύπτει ότι ανάμεσα στις άλλες υποψηφιότητες περιλαμβάνονταν οι Χάινριχ Μπελ, Τζέιμς Μπάλντουιν, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ο Οντεν, ο Ναμπόκοφ, o Τενεσί Ουίλιαμς και ο Αντρέ Μαλρό (οι τέσσερις τελευταίοι δεν θα το πάρουν ποτέ). Ο Οντεν μάλιστα κατάφερε να περάσει στη βραχεία λίστα μαζί με τους Μαλρό, Πάτρικ Γουάιτ και Εουτζένιο Μοντάλε. Ο δεύτερος θα κερδίσει το Νομπέλ το 1973– ο μοναδικός από την Αυστραλία – και ο τελευταίος το 1975.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από