Ενας «Παρείσακτος» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ταράζει τα όρια ανάμεσα στο σώμα και την ταυτότητα, τη ζωή και την απώλεια. Με αφετηρία το ομώνυμο έργο του Ζαν-Λικ Νανσί, ο Κωνσταντίνος Αβράμης συνθέτει μια δραματουργία που καταπιάνεται με το ζήτημα της μεταμόσχευσης καρδιάς αγγίζοντας το όνειρο και την ιατρική πραγματικότητα. Αξιοποιώντας υλικό από επιστημονικές μελέτες, μαρτυρίες κι ακαδημαϊκή έρευνα, η παράσταση θέλει να αναδείξει με ευαισθησία και τόλμη τη ζωή μετά την «αντικατάσταση». Για όλα αυτά, ο Κωνσταντίνος Αβράμης μίλησε στο «Νσυν».

Πώς προέκυψε η ιδέα για την παράσταση;

Βρήκαμε, μαζί με την Ελένη Νιωτάκη, το κείμενο του Ζαν-Λικ Νανσί σε ένα βιβλιοπωλείο. Ενώ ήξερα άλλα έργα του, γιατί είχε υπάρξει καθηγητής ενός καθηγητή μου, τον «Παρείσακτο» δεν τον είχα διαβάσει. Και μόλις κατάλαβα τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην εξομολόγηση και τον αναστοχασμό, μαγεύτηκα. Ο γάλλος φιλόσοφος διήλθε μια μεταμόσχευση καρδιάς και ο ίδιος, το 1991. Και γράφει για αυτό με εντυπωσιακή ενάργεια και ευαλωτότητα. Και από εκείνη την ανάγνωση, τέσσερα χρόνια πριν, ξεκίνησε ο γρίφος τού πώς παρουσιάζεται σκηνικά ένα τέτοιο δοκίμιο.

Πώς δουλέψατε δραματουργικά την ισορροπία ανάμεσα στην ιατρική πραγματικότητα και στο ονειρικό στοιχείο;

Αυτό ήταν, και παραμένει, ένα πολύ δύσκολο στοίχημα. Οι φαντασιακές προσδοκίες είναι αλληλοαποκλειόμενες. Μία παράσταση για τους ασθενείς και τους λήπτες θα έπρεπε να εκκινεί από εκεί όπου θα έπρεπε να καταλήγει μία παράσταση για το γενικό κοινό που έχει την τύχη να μην ξέρει για τις μεταμοσχεύσεις. Αυτή η ισορροπία, λοιπόν, επιδιώκεται με καθαρότητα και ειλικρίνεια. Από την αρχή της παράστασης συστήνουμε στο κοινό έναν κώδικα, ένα σύστημα που διαχωρίζει ποια σκηνή είναι ντοκουμέντο και ποια επινόηση, τι χρήζει εμπιστοσύνης και τι χρήζει κριτικής θέασης. Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς: η πραγματικότητα δεν είναι παρά η συρραφή πολλών προσωπικών εμμονών, δεν τεκμαίρεται κάπου.

Μπορεί ένα σώμα να «θυμάται» κάτι που ανήκε σε κάποιον άλλο;

Οχι. Αλλά είναι συγκινητική η δύναμη της μυθοπλασίας. Η καρδιά είναι, κατ’ ουσίαν, ένας μυς που στέλνει το αίμα σε όλο το σώμα, μια σάρκινη σύσπαση. Ούτε συναισθήματα ούτε αναμνήσεις. Κι όμως, έχουμε τόσο πολύ ανάγκη οι άνθρωποι τις ιστορίες, το να επινοούμε μια συγκινησιακή αχλή γύρω από απλές βιολογικές διαδικασίες, που καταντά σπαρακτικό. Μόνο μέσα από τις αφηγήσεις και τις τελετές καταφέρνουμε να παράγουμε νόημα.

Η καρδιά στο έργο λειτουργεί ως σύμβολο ζωής, φόβου ή μνήμης;

Η καρδιά είναι δώρο και έλλειμμα. Ελάττωμα και νοσηρότητα. Ξενιστής και παρείσακτος, ταυτόχρονα. Το απόλυτο σημείο συνάντησης του Εγώ με το Αλλο. Η «δική μου» καρδιά νοσεί σημαίνει πως η καρδιά ενός άλλου μπορεί να με σώσει. Πόση σημασία έχει η κτητικότητα στα σώματά μας; Εχουμε αλλοιωθεί τόσο από την ιδιοκτησία και την οικονομία που αντιλαμβανόμαστε τα όργανά μας σαν assets, σαν αντικείμενα με αγοραστική αξία. Η ίδια μας η ζωή υπολογίζεται ως μια σειριακή αλληλουχία από νούμερα – και την αντιλαμβανόμαστε στο πραγματικό της δέος μόνο όταν είναι πολύ αργά.

Θεωρείτε ότι όλοι κουβαλάμε έναν «παρείσακτο», κάτι ξένο προς την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας;

Εγώ είμαι ο παρείσακτος. Αυτό είναι σαφές, στο μυαλό μου. Παρασιτώ μέσα στο κοινωνικό σώμα, διαφυλάττω ως τάχα «δικά μου» προνόμια που θα έπρεπε να μοιράζομαι. Τι είναι, εν τέλει, ο παρείσακτος; Αυτός που εισβάλλει ή εκείνος που ζει εις βάρος άλλων; Ο ασθενής ή ο προκλητικά υγιής; Εντός του οικονομικού μας συστήματος, η ευρωστία αποκτάται μονάχα κατά τον θερισμό των κόπων των άλλων. Οσο πιο ορατός, τόσο πιο παρασιτικός. Πού βρίσκομαι εγώ σε αυτό το σχήμα;

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail