Με τον σπουδαίο βρετανό ηθοποιό Ιαν ΜακΚέλεν, όπως πάντα (και όπως εξάλλου το περιμένεις) να λάμπει στον κεντρικό ρόλο ενός κυνικού αλλά εν τέλει ευαίσθητου, παροπλισμένου ζωγράφου, η ταινία «Οι Κρίστοφερ» (The Christophers, ΗΠΑ / Αγγλία, 2025) είναι εκλεκτός συνδυασμός τέχνης, οικογενειακών δεσμών και μιας περίπλοκης απάτης με αρκετές δόσεις ψυχολογίας. Ραχοκοκαλιά της ιστορίας, η παράξενη σχέση «πατέρα – κόρης» που δημιουργείται ανάμεσα στον ζωγράφο και μια συντηρήτρια έργων τέχνης (Μικαέλα Κόουλ) με ύποπτο παρελθόν, η οποία μέσω των δύο παιδιών του ζωγράφου (Τζέσικα Γκάνινγκ, Τζέιμς Κόρντεν) τίθεται υπό τις υπηρεσίες του, αλλά με ένα δόλιο σχέδιο από πίσω: την πλαστογραφία μιας σειράς ανολοκλήρωτων έργων του, ονόματι «The Christophers» (για τα οποία ο ζωγράφος δεν θέλει να ακούσει λέξη).

Αυτή η σχέση ζωγράφου – βοηθού είναι που κυρίως ενδιαφέρει τον αμερικανό σκηνοθέτη Στίβεν Σόντερμπεργκ, ο οποίος μέσα στο περιορισμένο πλαίσιο του σκηνικού χώρου (το σπίτι του ζωγράφου) δίνει το περιθώριο στον ΜακΚέλεν να «βγάλει» αρκετούς μονολόγους χρησιμοποιώντας τρομερό λεξιλόγιο – λες και απαγγέλλει Σαίξπηρ για την πλάκα του. Ο ζωγράφος θα δει στην καινούργια του βοηθό την πραγματική κόρη που ποτέ δεν απέκτησε.

«Τυμβωρύχοι κυλιούνται στη λάσπη για να χαρούν ένα μπιχλιμπίδι από ένα σάπιο φέρετρο», θα πει κάποια στιγμή βλέποντας την αλήθεια σε μια ταινία που περιέχει συναρπαστικές στιγμές, οι οποίες προκύπτουν από τις όμορφες ανατροπές ενός καλά δουλεμένου σεναρίου που υπογράφει ο Εντ Σόλομον – σεναριογράφος ταινιών όπως «Οι άνδρες με τα μαύρα» και «Η συμμορία των μάγων» – και που στα χέρια του Σόντερμπεργκ αποκτά δυναμική αρκετή ώστε η ταινία να σε κρατήσει κοντά της μέχρι το τελευταίο της λεπτό.

Ταλέντο και κατάρα

Καθετί είναι εναντίον του, αλλά τίποτα δεν φαίνεται να πτοεί τον Οσκαρ Ρεστρέπο στη διαρκή πάλη του με όλα και με όλους κατά τη διάρκεια εξέλιξης της ιστορίας στην κολομβιανή ταινία «Ενας ποιητής» (Un poeta, Κολομβία / Γερμανία / Σουηδία, 2025). Γιατί ως κινηματογραφικός ήρωας, αυτός ο βραχύσωμος μύωψ, με προγναθισμό και καμπούρα, είναι ίσως ο πιο καταραμένος ταλαντούχος λογοτέχνης στην ιστορία του σινεμά. Και ναι μεν δεν μπορεί να αναπνεύσει από την απελπισία, όμως πιστεύει στ’ αλήθεια ότι είναι φτιαγμένος από την πάστα ενός άλλου Οσκαρ, του Οσκαρ Γουάιλντ, τον οποίο και μνημονεύει λέγοντας ότι «όπου υπάρχει πόνος, υπάρχει και ιερή γη».

Το γεγονός, ωστόσο, παραμένει: η μεγαλύτερη αδυναμία αυτού του μονίμως γκρινιάρη, αποτυχημένου συζύγου και πατέρα που – κακά τα ψέματα – έχει πράγματι τον «ανθρωποδιώκτη» μέσα του, είναι που ακριβώς λόγω χαρακτήρα (αλλά και εμφάνισης), σε αντίθεση με τον Οσκαρ Γουάιλντ, δεν ξέρει πώς να «πλασάρει» τον εαυτό του. Ουδεμία σημασία έχει το ταλέντο του γιατί, όση αυθεντικότητα και αν διαθέτει η ποίησή του, η αμηχανία και ο εκνευρισμός που προκαλεί γύρω του καρατομούν τα χαρίσματά του και διαρκώς τον αποκαρδιώνουν.

Ακόμα και ο χειρισμός της ανακάλυψής του ως καθγητή, όταν αντιλαμβάνεται το ταλέντο στην ποίηση ενός παχουλού κοριτσιού, είναι τόσο λάθος που θα τον φέρει σε ακόμα πιο δύσκολη θέση. Ολα αυτά τα στοιχεία δημιουργούν την εικόνα μιας πολύ στενάχωρης ταινίας, την οποία όμως ο κολομβιανός σκηνοθέτης Σιμόν Μέσα Σότο υποστηρίζει με δυναμισμό, αναζητώντας έστω μια στοιχειώδη στιγμή χαράς στη ζωή του Οσκαρ Ρεστρέπο που υποδύεται καταπληκτικά ο κολομβιανός ηθοποιός Ουμπεϊμάρ Ρίος.

Επεισοδιακή επανασύνδεση

Στη σκανδιναβική κινηματογραφική παράδοση, το «μαύρο» χιούμορ βρίσκει πολύ συχνά τη θέση του στο βίαιο θρίλερ και ο «Τελευταίος Βίκινγκ» (Den Sidste Viking, Δανία, 2025) του Αντερς Τόμας Γένσεν την ακολουθεί πιστά, όπως είχε κάνει και με τους «Εκκεντρικούς» (2022), όπου ο Μαντς Μίκελσεν υποδύθηκε τον αρχηγό μιας όσο δεν πάει άλλο εκκεντρικής σπείρας κακοποιών. Ο Μίκελσεν, και πάλι, είναι το πρόσωπο που ξεχωρίζει, αν και εδώ θα τον βρούμε σε έναν ρόλο εντελώς κόντρα (υπήρξε υποψήφιος για το βραβείο καλύτερου ηθοποιού στα βραβεία της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου).

Ο Μίκελσεν υποδύεται τον «προβληματικό» Μάνφρεντ, έναν άνθρωπο που ζει «ταξιδεύοντας» μέσα στην αχαλίνωτη φαντασία τού «πειραγμένου» μυαλού του, πιστεύοντας ότι αποτελεί μετενσάρκωση του θρυλικού Beatle Τζον Λένον. Ομως ο τραυματισμένος κόσμος του Μάνφρεντ θα βρεθεί σε ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση όταν στη ζωή του, ύστερα από πολλά χρόνια απουσίας, ξαναβρεθεί ο Ανκερ (Νικολάε Λι Κάας), ο μικρότερος αδελφός του, ένας εξαιρετικά βίαιος (αν οι συνθήκες το υπαγορέψουν) κακοποιός, κυνηγημένος από άλλους κακοποιούς.

Η επανασύνδεση δεν θα σημάνει άνοιγμα σαμπάνιας και κόψιμο τούρτας, αλλά θα δώσει την ευκαιρία στον Γένσεν να αναπτύξει δύο αξιόλογους χαρακτήρες (και πολλούς ακόμα σε μικρότερους ρόλους), μέσα από τους οποίους αναπτύσσεται μια αστεία, τρυφερή και ενίοτε σκληρή οικογενειακή ιστορία, με το έγκλημα σε ρόλο «γαρνιτούρας». Ο Γένσεν ανακατεύει με στυλ δράμα και κωμωδία προσθέτοντας, όπου χρειάζεται, το στοιχείο της μουσικής που ανεβάζει το κέφι, παρότι στην ουσία ο κινητήριος μοχλός του όλου θέματος είναι πολύ πιο τραγικός απ’ όσο στην αρχή νομίζουμε.

Ιστορίες από την Αργεντινή

Σκηνοθετημένη από το ντουέτο Μαριάνο Κον και Γκαστόν Ντουπρά, η ταινία «Homo sapiens?» (Homo Argentina, Αργεντινή, 2025) είναι στην ουσία μια συρραφή μικροϊστοριών που μας δίνει πτυχές από τη ζωή στην Αργεντινή των ημερών μας.

Την παρακολουθείς σαν να διαβάζεις μια συλλογή ευχάριστων διηγημάτων και η βασική της ιδέα είναι ότι πρωταγωνιστής σε όλες τις ιστορίες είναι ο ίδιος, πολύ καλός αργεντινός ηθοποιός Γκιγέρμο Φρανσέγια (γνωστός από ταινίες όπως «Το μυστικό στα μάτια της», «Το κόλπο του αιώνα» και «Το αριστούργημά μου») που υποδύεται 16 διαφορετικούς ήρωες, με 16 διαφορετικά μακιγιάζ, 16 διαφορετικές κομμώσεις (ή περούκες). Οι ρόλοι δεν μοιάζουν καθόλου μεταξύ τους – στη μια ιστορία τον βλέπουμε πάμπλουτο επιχειρηματία, στην άλλη μοναχικό σεκιούριτι σε ένα κουβούκλιο, στη μια είναι κομπιναδόρος της πιάτσας που πιάνει «κότσο» βραζιλιάνους τουρίστες, στην άλλη διανοούμενος σε ένα πάρτι που άθελά του προκαλεί μια τραγωδία. Δεν είναι όλες οι ιστορίες ισάξιου ενδιαφέροντος, κάποιες όμως σου αφήνουν κάτι παραπάνω, όπως συμβαίνει με εκείνη στην οποία ο Φρανσές Για υποδύεται τον χήρο που θα έρθει στη δυσάρεστη θέση να αντιμετωπίσει τον πραγματικό εαυτό των παιδιών του, όταν ανακοινώνει την απόφασή του να ξαναπαντρευτεί. Ισως να μην έχει τη δύναμη των «Ιστοριών για αγρίους», αλλά παρακολουθείται ευχάριστα.

Προβάλλονται επίσης

«Backrooms» (ΗΠΑ, 2026) του Κέιν Πάρσονς. Εμπνευσμένη από μια σειρά στο YouTube που έγινε viral, και μάλιστα είναι του σκηνοθέτη αυτής της ταινίας, Κέιν Πάρσονς, το «Backrooms» είναι ένα εντελώς ακαταλαβίστικο, ανούσιο θρίλερ, όπου αν κάτι αξίζει, είναι η σκηνογραφία, με τους άδειους, αχανείς χώρους στο «μυστικό» εσωτερικό ενός κτιρίου, μέσα στους οποίους άνθρωποι χάνονται χωρίς ποτέ να μάθουμε τον λόγο. Ως φιλμική κατασκευή, η καταγραφή μιας άλλης, εφιαλτικής πραγματικότητας μέσα στη φαινομενική καθημερινότητα ασκεί μια σχετική γοητεία, όμως την ίδια ώρα νιώθεις ότι όλα όσα βλέπεις γίνονται απλώς για να γίνουν, για χάρη της επίδειξης και μόνο (παίζουν οι Τσιγουετέλ Ετζαφόρ και Ρενάτε Ρέινσβε).

«Beast» (Αυστραλία / ΗΠΑ, 2026) του Τάιλερ Ατκινς. Καλοφτιαγμένη αλλά πέρα για πέρα αδιάφορη και, παρά τις κάποιες μικροπαραλλαγές, φορτωμένη με όλα τα κλισέ του είδους της ταινίας πυγμαχίας, η ταινία του κάποτε πυγμάχου Τάιλερ Ατκινς θέλει έναν πρώην πρωταθλητή των Mixed Martial Arts (Ντάνιελ ΜακΦέρσον) να πρέπει να επανέλθει στα ρινγκ για να αντιμετωπίσει ξανά τον αθλητή τον οποίο κάποτε είχε νικήσει. Βεβαίως, για να είμαστε στο πνεύμα της εποχής, την προπόνηση του ήρωα δεν θα αναλάβει ο παλιός προπονητής που πλέον είναι παράλυτος (ο Ράσελ Κρόου σε έναν μικρό ρόλο είναι και συν-σεναριογράφος) αλλά η… κόρη του (Εϊμι Σαρκ). Και αυτό κάνει το όλο πράγμα ακόμα πιο αμήχανο.

Επανέκδοση

«Το γεράκι της Μάλτας» (The Maltese falcon, ΗΠΑ, 1941) του Τζον Χιούστον. Στην έρευνά του για την ανακάλυψη των δολοφόνων του συναδέλφου του, ο ντετέκτιβ Σαμ Σπέιντ καταλήγει στα ίχνη κάποιων κακοποιών που αναζητούν ένα άγαλμα φτιαγμένο από σμάλτο, γεμάτο πολύτιμους λίθους… Ενα από τα πιο ατμοσφαιρικά φιλμ νουάρ όλων των εποχών. Ο Τζον Χιούστον κατορθώνει να φτιάξει μια πέρα για πέρα λαϊκή ταινία ψυχαγωγίας, ενώ την ίδια στιγμή δίνει στην έννοια «αστυνομικό μυστήριο» ποιότητα και σημασία.

Το pulp μυθιστόρημα του Ντάσιελ Χάμετ βρίσκει πραγματικά τον σκηνοθέτη που του χρειαζόταν (ας μην ξεχνάμε πως «Το γεράκι της Μάλτας», που γυρίστηκε το 1940, είναι ριμέικ της ταινίας του Ρόι Ντελ Ρουθ, παραγωγής 1931). Υμνήθηκε από την κριτική, προτάθηκε για τα Οσκαρ ταινίας, σεναρίου (Χιούστον) και β’ ανδρικής ερμηνείας (Σίντνεϊ Γκρίνστριτ) και έφτιαξε την τέλεια κινηματογραφική εικόνα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ (Σπέιντ): τσιγάρο, γκαμπαρντίνα, μαγκιά, ανδρεία και ήθος. Δίπλα του, αξέχαστες οι φιγούρες των δευτεραγωνιστών, με κορυφαίο τον Πίτερ Λόρε, αλλά και η «μοιραία» γυναίκα της Μέρι Αστορ.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail