Τη χειμερινή θεατρική σεζόν που ολοκληρώθηκε πριν από λίγες εβδομάδες, ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία το «Μεγάλο μας τσίρκο», η θρυλική παράσταση του 1973, σε κείμενο του Ιάκωβου Καμπανέλλη και μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, με την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο. Εκεί προς το τέλος, στη γιγαντοοθόνη της σκηνής εμφανίστηκε το πρόσωπο της Καρέζη, οι επί σκηνής ηθοποιοί στράφηκαν, ως ένδειξη τιμής, προς το μέρος της, οι θεατές χειροκροτούσαν συγκινημένοι.
Στην εξαιρετική θεατρική μεταφορά από τον Νίκο Καραθάνο της αγαπημένης ταινίας «Τζένη Τζένη» των Πρετεντέρη – Γιαλαμά, σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, τα πρόσωπα της Καρέζη, του Μπάρκουλη και των άλλων πρωταγωνιστών, όπως και το σήμα της Finos Film, «παίζουν» στις οθόνες, ενώ το πρόσωπο του απολαυστικού Διονύση Παπαγιαννόπουλου γίνεται μάσκα που φορούν οι ηθοποιοί. Διαβάζω για καλοκαιρινή παράσταση με τίτλο «Ο Αλέκος βγήκε απ’ τον Παράδεισο», που αναφέρεται στον Αλέκο Σακελλάριο και στην οποία δεν μπορεί παρά να υπάρχουν αναφορές στην Αλίκη Βουγιουκλάκη (αφήστε που μια κυρία – μάλλον ηθοποιός – κάνει καριέρα παριστάνοντας σε διάφορες εκδηλώσεις την Αλίκη). Στα μουσικοχορευτικά τηλεοπτικά προγράμματα και στα τάλεντ σόου, όποτε υπάρχει αναφορά στον ελληνικό κινηματογράφο, το ενδιαφέρον του κοινού ανεβαίνει.
Νομίζω ότι δεν πρόκειται ακριβώς για νοσταλγία. Εξάλλου οι περισσότεροι από το κοινό αυτών των θεαμάτων δεν είχαν γεννηθεί ή δεν έχουν μνήμες από την εποχή της «πρώτης προβολής». Πώς λειτουργεί λοιπόν σήμερα αυτό που κάποτε – εκεί, λίγο μετά τη Μεταπολίτευση – λέγαμε κάπως απαξιωτικά «εμπορικός ελληνικός κινηματογράφος» για να τον διαχωρίσουμε, και καλά, από τον «ποιοτικό», οι σκηνοθέτες του οποίου, όπως το τραγουδάει ο Σαββόπουλος στα «Τραπεζάκια έξω», «…οδηγήσαν μια γενιά στα πιο βαθιά χασμουρητά»; Και γιατί οι πρωταγωνιστές αλλά και οι δευτεραγωνιστές του εξακολουθούν όχι απλώς να συγκινούν, αλλά και να είναι σημεία αναφοράς; Μην ξεχνάμε, τριάντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την «τελευταία παράσταση» της Αλίκης Βουγιουκλάκη και τριάντα δύο από της Τζένης Καρέζη.
Θαρρώ ότι οι λόγοι είναι προφανείς. Πρόκειται για μύθους, στην πραγματικότητα για «πυροκροτητές» αναμνήσεων μιας εποχής που, ακόμη κι αν δεν την έχουμε ζήσει, έχει καταχωριστεί στη συλλογική μας συνείδηση ως η «εποχή της αθωότητας». Δύσκολη εποχή, αλλά με πίστη στην έννοια της προοπτικής. Μιας εποχής στην οποία το σήμερα ήταν καλύτερο από το χθες και υπήρχε μια σιγουριά ότι το αύριο θα ήταν καλύτερο από το σήμερα. Το βασικό όμως είναι ότι υπήρχε η απόσταση, απαραίτητη για την καλλιέργεια του μύθου.
Τι μύθοι να δημιουργηθούν σήμερα με το λεγόμενο αυτοτρολάρισμα των διασημοτήτων, τις προσωπικές τους στιγμές που μοιράζονται στα σόσιαλ μίντια; Η μία μάς βάζει στην κουζίνα της για να φτιάξουμε μαζί της κουλουράκια, η άλλη μάς δείχνει το σαλόνι (όλο σε τόνους του μπεζ), η παράλλη μάς δείχνει τι τρώει η κόρη της (τότε βλέπαμε μία φωτογραφία της Αλίκης Βουγιουκλάκη στο σαλόνι της και, από μια «κλεμμένη» – από τον φωτογράφο – λεπτομέρεια, προσπαθούσαμε να φανταστούμε ολόκληρο το σπίτι).
Το κυριότερο όμως ήταν ότι τότε οι μύθοι χτίζονταν. Με πληρωμένα εισιτήρια στους κινηματογράφους, με ουρές μπροστά στο ταμείο και με την αγωνία αν θα βρούμε στα χαρτάκια από τις τσίχλες τη φωτογραφία της Αλίκης για να συμπληρώσουμε τη συλλογή. Οχι με παθητικούς followers.
Γκαρνταρόμπες
Από την άλλη, διαπιστώνω ότι γίνεται μια προσπάθεια δημιουργίας «μύθων», αλλά με έναν τρόπο που, κατά τη γνώμη μου, υπονομεύει την έννοια του μύθου. Παράδειγμα; Η «παράσταση» στην Αθήνα της Τίλντα Σουίντον, το βασικό μέρος της οποίας είναι η επίδειξη της οικογενειακής της γκαρνταρόμπας. Ο λόγος; Διότι τη φιλοσοφική και υπαρξιακή «φόδρα» που ενδέχεται να έχει το φόρεμα που η μητέρα της Σουίντον φορούσε στις δεξιώσεις, μπορώ να τη βρω σε πολύ πιο οικείες αναφορές. Και διότι μία τέτοια παράσταση έπεται του μύθου, δεν τον «προϋπαντεί». Στο κάτω κάτω δεν πρόκειται και για την γκαρνταρόμπα του Μικ Τζάγκερ.








