Η Κεντροαριστερά κινείται. Το ΠΑΣΟΚ ξεδιπλώνει ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. Οι προτάσεις του για την αναθεώρηση του Συντάγματος απαντούν σε θεσμικά αδιέξοδα, συνδυάζοντας ρεαλισμό με προοδευτικό προσανατολισμό (δικαιώματα, κατοχύρωση αμβλώσεων, ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, διασφάλιση της κοινωνικής αποστολής της ανώτατης εκπαίδευσης κ.λπ.). Παράλληλα, επιμέρους προτάσεις για το τραπεζικό σύστημα, την εργασία κ.λπ. φωτίζουν τον κοινωνικό προσανατολισμό του κόμματος. Από την άλλη πλευρά, οργανώνεται ένας νέος πολιτικός φορέας, υπό τον πρώην πρωθυπουργό, που επιδιώκει να ανασυνθέσει το αριστερό ρεύμα και να διεισδύσει σε μετριοπαθή ακροατήρια.

Αυτά όμως εγείρουν βασικά ζητήματα:

– Πρώτον, πώς θα διεξαχθεί ο ανταγωνισμός των δύο χώρων; Αν ο νέος φορέας θέσει ως πρώτη προτεραιότητα να απευθυνθεί στο αριστερό ακροατήριο, ελπίζοντας να ανασυνθέσει τις δυνάμεις του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ για να ανέλθει στη δεύτερη θέση, αυτό θα βάλει ταβάνι στην ευρύτερη προοπτική του.

– Δεύτερον, αν κανένας από τους δύο χώρους δεν επιβεβαιώσει σαφές δημοσκοπικό προβάδισμα μετά τα μπάνια του λαού, θα τεθεί είτε ζήτημα συνεργασίας είτε ζήτημα αλλαγής του εκλογικού νόμου. Τίποτε από αυτά δεν πρόκειται να απαντηθεί πριν από τις προσεχείς εκλογές, πλην όμως η αβεβαιότητα θα βλάπτει αμφοτέρους.

– Τρίτον, τι θα γίνει με την τοξικότητα στον δημόσιο λόγο; Σήμερα, η τόσο αναγκαία για την πρόοδο του τόπου συναίνεση έχει υπονομευθεί πολλαπλώς. Εκ των πραγμάτων, δεν βλέπουμε πώς μπορεί να επιτευχθεί πρόοδος πριν μιλήσει ο λαός. Φοβούμαστε όμως μήπως ο πολλαπλασιασμός της πόλωσης καταστήσει ακόμη μεγαλύτερο το πρόβλημα. Η μεν κυβέρνηση έχει συμφέρον να βλέπει το ΠΑΣΟΚ και τον νέο φορέα να ανταγωνίζονται, με την ελπίδα να αλληλεξουδετερωθούν. Αυτό όμως είναι εις βάρος της κυβερνητικής πολιτικής: όσο περισσότερη εκλογική αυτοπεποίθηση έχει η αντιπολίτευση, τόσο περισσότερο πλάτη βάζει στη γενική πολιτική μιας χώρας.

– Υπάρχει και ένα τέταρτο ερώτημα, που δεν έχει δημοσίως σχολιαστεί: εικάζουμε ότι η αντιπολίτευση σήμερα θεωρεί ότι πρώτος και μόνος στόχος είναι η ανατροπή της σημερινής κυβερνητικής ηγεσίας. Και αυτό την ενώνει. Τι θα συμβεί όμως αν το πετύχει δίχως να διαμορφώσει η ίδια πλειοψηφικό ρεύμα; Και σε τι θα εξυπηρετήσει την Κεντροαριστερά π.χ. μια αλλαγή ηγεσίας στην Κεντροδεξιά; Κάποιος θα πει ότι έτσι θα αποδεσμευθεί μέρος του κεντρώου χώρου. Και ότι ο χώρος αυτός θα επιστρέψει στην Κεντροαριστερά. Υπάρχουν εδώ δύο σοβαρές ενστάσεις. Πρώτον, αυτό εξαρτάται από το ποιος θα ηγείται, το ΠΑΣΟΚ ή ένα νέο σχήμα στα αριστερά. Δύσκολα κεντρογενείς ψηφοφόροι που στράφηκαν το 2019 ή το 2023 στον Κυριάκο Μητσοτάκη θα ψηφίσουν έναν σχηματισμό που θα τους θυμίζει τον παλαιό ΣΥΡΙΖΑ. Δεύτερον, η εξέλιξη διεθνώς φαίνεται υπέρ πιο παραδοσιακών δεξιών πολιτικών. Ετσι, η μεγαλύτερη παγίδα για την Κεντροαριστερά είναι να συνδράμει στην αλλαγή ηγεσίας στην Κεντροδεξιά, εξωθώντας τη λαϊκή βάση της τελευταίας να απαιτήσει μια πιο καθαρόαιμη δεξιά ηγεσία και να αναβαπτισθεί στο πολιτικό παίγνιο.

Ο Νίκος Παπασπύρου είναι αναπλ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή (ΕΚΠΑ)

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail