Στο επίκεντρο μιας ιστορικής και εξαιρετικά αμφιλεγόμενης μεταρρύθμισης βρίσκεται η Γερμανία, η οικονομία της οποίας παραδοσιακά χαρακτηριζόταν ως ατμομηχανή της Ευρώπης πρωτοστατώντας μάλιστα κάποτε στην καθιέρωση του οκταώρου.
Το νέο νομοσχέδιο που αναμένεται να κατατεθεί επίσημα τον Ιούνιο δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική αλλαγή στο εργατικό δίκαιο, αλλά μια ριζική στροφή προς το «εβδομαδιαίο πλαφόν» εργασίας, καταργώντας το αυστηρό ημερήσιο όριο που γνωρίζαμε επί δεκαετίες.
Η κίνηση αυτή, αν και παρουσιάζεται από την κυβέρνηση συνασπισμού ως μια αναγκαία προσαρμογή στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή, κρύβει ένα έντονο παρασκήνιο πιέσεων και οικονομικής απελπισίας, καθώς η χώρα παλεύει να διατηρήσει το ΑΕΠ της σε τροχιά ανάπτυξης άνω του 1,5%, την ώρα που το εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος έχει αυξηθεί κατά 12% την τελευταία διετία, πιέζοντας ασφυκτικά τα περιθώρια κέρδους των εξαγωγικών κολοσσών.
Στο επίκεντρο αυτής της αλλαγής βρίσκεται η «δημογραφική βόμβα» που απειλεί τη γερμανική παραγωγικότητα.
Οι οικονομικές εκτιμήσεις του ινστιτούτου Ifo προειδοποιούν ότι χωρίς αυτή την ευελιξία, η Γερμανία κινδυνεύει με μόνιμη συρρίκνωση του δυναμικού της, καθώς η χώρα εκτιμάται ότι θα στερηθεί εκατομμύρια εργαζόμενους μέχρι το τέλος της δεκαετίας λόγω συνταξιοδότησης της γενιάς των «baby boomers».
Μεγάλες βιομηχανίες λέγεται πως άσκησαν παρασκηνιακά ισχυρές πιέσεις, υποστηρίζοντας ότι το στατικό οκτάωρο αποτελεί εμπόδιο στην ανταγωνιστικότητα απέναντι σε δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα.
Διαβάστε ακόμα: Άννα Ευθυμίου: Οκτάωρο, συντάξεις και επιδόματα – Όλα όσα αλλάζουν στην εργασία
Οι Financial Times, αναλύοντας την κατάσταση, κάνουν λόγο για ένα «γερμανικό στοίχημα επιβίωσης», επισημαίνοντας ότι η ευελιξία αυτή στοχεύει να παρασύρει όσους απασχολούνται με καθεστώς μερικής απασχόλησης —που αποτελούν πλέον το 30% του εργατικού δυναμικού— να αυξήσουν τις ώρες τους, εκμεταλλευόμενοι τη δυνατότητα να εργάζονται εντατικά κάποιες ημέρες και να ξεκουράζονται περισσότερο τις υπόλοιπες.
Η διεθνής κοινότητα παρατηρεί με σκεπτικισμό αυτό το «γερμανικό πείραμα», καθώς αν αυτό στεφθεί με επιτυχία, αναμένεται να πυροδοτήσει ένα φαινόμενο ντόμινο σε ολόκληρη την κεντρική και βόρεια Ευρώπη.

Χώρες με παρεμφερή βιομηχανική δομή, όπως η Αυστρία και η Ολλανδία, θεωρούνται οι πρώτες υποψήφιες να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Βερολίνου.
Στην Αυστρία, οι εργοδοτικές ενώσεις έχουν ήδη αρχίσει να ψιθυρίζουν την ανάγκη για ένα «μοντέλο ευελιξίας 12 ωρών», με κύριο στόχο τη διάσωση της βαριάς βιομηχανίας τους από το ενεργειακό κόστος και τον διεθνή ανταγωνισμό.
Αντίθετα, στις χώρες της Σκανδιναβίας, όπως η Σουηδία και η Φινλανδία, η συζήτηση για την υιοθέτηση ενός τέτοιου μοντέλου δεν θα γινόταν για τη σωτηρία της παραδοσιακής βιομηχανίας, αλλά για την ενίσχυση του τομέα της υψηλής τεχνολογίας και των startups.
Εκεί, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η αποδέσμευση από το οκτάωρο θα επέτρεπε στους «εργαζόμενους της γνώσης» να δουλεύουν με βάση την ολοκλήρωση των έργων (projects) και όχι το ρολόι, δίνοντας ώθηση στην καινοτομία που συχνά ασφυκτιά σε αυστηρά ωράρια.

Στον αντίποδα αυτού του μπλοκ, το Βέλγιο έχει ήδη θεσμοθετήσει το δικαίωμα στην τετραήμερη εργασία, επιτρέποντας στους εργαζόμενους να συμπυκνώνουν το πλήρες ωράριό τους σε τέσσερις ημέρες για να κερδίζουν ένα τριήμερο ανάπαυσης, μια κίνηση που εστιάζει στην ποιότητα ζωής και όχι στην αύξηση της παραγωγικής έντασης.
Παρομοίως, στην Ισπανία και την Πορτογαλία, τα πιλοτικά προγράμματα για την εβδομάδα των 32 ωρών χωρίς μείωση αποδοχών έχουν αποδώσει καρπούς, με τους αναλυτές εκεί να υποστηρίζουν ότι η μείωση του χρόνου εργασίας μειώνει τις αναρρωτικές άδειες και αυξάνει την αφοσίωση των υπαλλήλων.
Ακόμα και η Μεγάλη Βρετανία, εκτός ΕΕ πλέον, έχει υιοθετήσει σε μεγάλο βαθμό το μοντέλο της τετραήμερης εργασίας σε εκατοντάδες επιχειρήσεις, αναφέροντας αύξηση των εσόδων κατά μέσο όρο 35% κατά τη διάρκεια των δοκιμών.
Στη Γαλλία, το παραδοσιακό 35ωρο παραμένει το «ιερό δισκοπότηρο» της κοινωνικής πολιτικής, παρά τις συνεχείς προσπάθειες για μεγαλύτερη ελαστικότητα μέσω των υπερωριών.
Η κυβέρνηση Μακρόν παρακολουθεί στενά τις γερμανικές εξελίξεις, καθώς η πίεση για σύγκλιση των εργασιακών μοντέλων στην Ευρωζώνη μεγαλώνει, ειδικά όταν το Bloomberg αποκαλύπτει ότι το γερμανικό σχέδιο θα συνοδεύεται από σημαντικά φορολογικά κίνητρα για τις υπερωρίες.
Σκοπός είναι η επιπλέον εργασία να μεταφράζεται σε άμεσο καθαρό κέρδος για τον εργαζόμενο, επιχειρώντας έτσι να καμφθούν οι λαϊκές αντιδράσεις σε μια περίοδο που ο πληθωρισμός εξακολουθεί να ροκανίζει τα εισοδήματα.
Θερμό καλοκαίρι
Ωστόσο, η χρυσή τομή που προσπαθεί να βρει το Βερολίνο περνά μέσα από την υποχρεωτική ψηφιακή καταγραφή του χρόνου εργασίας, μια παραχώρηση προς τα συνδικάτα που επιδιώκει να αποτρέψει την αυθαιρεσία και την απλήρωτη εργασία που συχνά «βαφτίζεται» ευελιξία.
Οι επικριτές, όμως, προειδοποιούν ότι αν χώρες όπως η Πολωνία ή η Τσεχία υιοθετήσουν το γερμανικό μοντέλο, θα το κάνουν καθαρά για να διατηρήσουν το πλεονέκτημα του χαμηλότερου κόστους παραγωγής που προσελκύει τις ξένες επενδύσεις, μετατρέποντας την Ανατολική Ευρώπη σε μια ζώνη εργασιακής εξάντλησης.
Η Συνομοσπονδία Γερμανικών Συνδικάτων και η πανίσχυρη IG Metall προειδοποιούν για ένα «θερμό καλοκαίρι» κινητοποιήσεων, καταγγέλλοντας ότι η κατάργηση του ημερήσιου ορίου ανοίγει την κερκόπορτα για τον πλήρη έλεγχο της προσωπικής ζωής από τους εργοδότες.
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι ο κίνδυνος του επαγγελματικού εκφυλισμού είναι ορατός, καθώς τα στοιχεία δείχνουν ότι οι ψυχικές ασθένειες που σχετίζονται με την εργασία κοστίζουν ήδη στη γερμανική οικονομία πάνω από 17 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Η ισορροπία
Αν η ευελιξία δεν συνοδευτεί από πραγματική προστασία, το μέτρο μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ, οδηγώντας σε περαιτέρω φυγή εργαζομένων από την αγορά προς χώρες με πιο ανθρωποκεντρικά μοντέλα, όπως οι Σκανδιναβικές, όπου η ισορροπία εργασίας και ζωής θεωρείται αδιαπραγμάτευτη αξία.
Για κάποιους αναλυτές, ενώ ο ευρωπαϊκός νότος και οι δυτικές χώρες προσπαθούν να μειώσουν τον χρόνο εργασίας για να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής και να ενισχύσουν την εγχώρια κατανάλωση, ο βορράς δείχνει έτοιμος να θυσιάσει την παράδοση του οκταώρου στον βωμό της παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας, δημιουργώντας ένα νέο εργασιακό «σιδηρούν παραπέτασμα» στην καρδιά της ηπείρου.







