Η κατάσταση ακόμα μια φορά ξεφεύγει προς το ιδεολογικό μίσος, που ακόμα μια φορά γίνεται κοινωνικό μίσος. Το μίσος αυτό, μάλιστα, που καλλιεργείται στην κοινωνία, έχει καταλάβει και τμήμα του χώρου της διανόησης. Κι αυτό δεν είναι καλός οιωνός. Να μια μικρή ιστορία:
Πριν από μερικούς μήνες, ο καθηγητής της Οξφόρδης Στάθης Καλύβας μαζί με τη σκηνοθέτιδα Νατάσσα Τριανταφύλλη εξέδωσαν το βιβλίο τους «Big Bang 1970-1973» (εκδ. Μεταίχμιο) με θέμα την πολιτιστική άνθηση τα χρόνια της χούντας. Το βιβλίο υποστηρίζει ότι η εικόνα για την κουλτούρα μας χτίστηκε εν μέρει πάνω σε έναν μύθο απόλυτης ρήξης, που μας βόλεψε πολιτικά και ηθικά, αλλά μας στέρησε αναλυτική διαύγεια και, ουσιαστικά, υπέταξε τη σκέψη μας και τις πεποιθήσεις μας σε μια αντιστασιακή τελεολογία, της οποίας «ο λαός» είναι το βασικό υποκείμενο.
Τι υποστηρίζει το βιβλίο; Οτι την 21η Απριλίου 1967 τα κόμματα εξέλιπαν. Κι η απαγόρευσή τους ναι μεν ανέστειλε τη δημοκρατία, στην τέχνη όμως άνοιξε χώρο σε δημιουργικές δυνάμεις οι οποίες «κάτω από διαφορετικές συνθήκες θα είχαν δυσκολευτεί να βρουν τον δρόμο τους». Σύμφωνα με την ανάγνωση αυτή, η πολιτιστική σφαίρα αποκτούσε αυξημένη αυτονομία, όχι μόνο απέναντι στη χούντα αλλά και απέναντι στον κομματισμό και στις εξαρτήσεις του. Ετσι δημιουργήθηκε μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική συνθήκη μέσα στη δικτατορία, που δεν συνεχίστηκε τη Μεταπολίτευση, αφού το 1974 επέστρεψε η πολιτική και, μαζί, επέστρεψε η χρήση των καλλιτεχνικών ιδιωμάτων από τα κόμματα, και ιδίως από τα κόμματα της Αριστεράς που επένδυσαν στο αφήγημα του αντιστασιακού λαού.
Η ανάγνωση αυτή, για να τεκμηριωθεί, χρησιμοποιεί εκατοντάδες παραδείγματα – το βιβλίο ξεπερνά τις 700 σελίδες. Πολλοί που το διάβασαν διαφώνησαν με την ιεράρχηση κάποιων συμβάντων, άλλοι έχουν αντιρρήσεις για το συμπέρασμα. Εύλογο. Τέτοια ζητήματα προκαλούν τον διάλογο. Προκαλούν όμως, όπως αποδεικνύεται, και έντονα πάθη.
Το βιβλίο έχει τουλάχιστον ένα πραγματολογικό λάθος – λέω τουλάχιστον, επειδή μπορεί να έχει κι άλλα. Είναι λάθος η αναφορά στον συγγραφέα του «Κοινόβιου», τον Μάριο Χάκκα. Λέει ότι αυτοκτόνησε, ενώ ο Χάκκας πέθανε από καρκίνο – στο «Κοινόβιο», μάλιστα, καταγράφεται και η αγωνία ενόψει του επικείμενου θανάτου. Υπήρξε ψόγος για το λάθος, και από τον σπουδαίο εκδοτικό οίκο Αγρα που επανεκδίδει τον Χάκκα – και οδήγησε σε μια απάντηση που είχε έναν άδικο υπαινιγμό για επίθεση με «αυριανική» συσχέτιση. Το λάθος πάντως, είχε επισημανθεί πρωτύτερα από συγγενή του Χάκκα, ο δε εκδοτικός οίκος του «Big Bang 1970-1973» έχει ενθέσει στα πωλούμενα αντίτυπα σχετικό διορθωτικό δελτάριο – κι έχει αναγγείλει τη διόρθωση στην επόμενη έκδοση. Δεν είναι και σπάνιο να γίνονται λάθη και να διορθώνονται στον εκδοτικό χώρο.
Με αφορμή όμως το αδιαμφισβήτητο πραγματολογικό λάθος, η πλατεία της υψηλής κουλτούρας επιτίθεται στον Καλύβα, με στόχο την εξαφάνισή του από τους κύκλους όσων ορίζουν με εγκυρότητα τη δημόσια συζήτηση. Είναι επίθεση νέου τύπου, φεϊσμπουκική. Και στόχος της, η ακύρωση του κύρους του προσώπου, ώστε αυτομάτως να ακυρωθούν και οι απόψεις του – που άλλωστε χαρακτηρίζονται ακροδεξιές και χουντικές. Οι άσφαλτοι δεν συγχωρούν τα σφάλματα.
Η αριστερή διανόηση έχει ένα απωθημένο με τον Καλύβα. Θεωρεί ολέθρια την έναρξη επιστημονικής κατεδάφισης εκ μέρους του της θυματοποιημένης και ηρωικής Αριστεράς του εμφυλίου. Αν δεν τον ισοπεδώσουν επιστημονικά και ηθικά, δεν μπορούν να σβήσουν την ισχύ της έρευνάς του και των κατευθύνσεων που άνοιξε, ούτε τη διεθνή ακαδημαϊκή λάμψη του. Γι’ αυτό τον πετροβολούν.
Το εμπόριο της ασημαντολογία
Περιστατικό που σοκάρει, η πράξη των δύο κοριτσιών που πήδηξαν από την ταράτσα, κινητοποίησε τους μηχανισμούς της συλλογικής κοινοτοπίας, προκειμένου μια εθνική μίρλα να κυριαρχήσει στη δημόσια συζήτηση. Τουτέστιν, κατάρες για «το σύστημα», ευκαιρία για ψυχολόγους κι ερασιτέχνες ψυχολόγους να υψώσουν το δάχτυλο δίνοντας συμβουλές στους γονείς, αδιακρισία με αφορμή την επιλογή των κοριτσιών. Η δημόσια συζήτηση για κοινωνικά δράματα είναι πρωτίστως προϊόν εμπορεύσιμο, ώστε να φτάσει ακόμα και στη Βουλή. Πρόκειται για υπόστρωμα καταγγελίας που συντίθεται από επιστημονικοφανή φλυαρία, πομπώδες ύφος, ύφος βαρύ για να υποδηλώνει ενδιαφέρον, σοβαροφάνεια κι αφόρητη βαρεμάρα. Κανονικό εμπόριο ασημαντολογίας.
Σε καμία περίπτωση ο αδόκητος θάνατος εφήβων που υφίστανται την πίεση ενός κοινωνικού συστήματος αξιολόγησης δεν μπορεί να είναι αφορμή για ψυχολογικές διαγνώσεις της εποχής μας από τα ΜΜΕ. Τα γενικά κοινωνικά χαρακτηριστικά των δύο κοριτσιών δεν φτιάχνουν μηχανισμό συμπεριφορών.
Κατά τα άλλα, τα ελληνικά είναι η γλώσσα της τραγωδίας – κι αν έχουμε μάθει κάτι από τις αναπαραστάσεις των έργων της είναι να μην αφηνόμαστε στην εξαπλούστευση. Ιδίως οι μεγάλες αποφάσεις για τη ζωή ή τον θάνατο κάποιου δεν χωράνε στα τσιτάτα για τη ζωή και τα συστατικά της.
Για τέτοια δράματα, δηλαδή, η σιωπή είναι προτιμότερη από τον θόρυβο.







