Εικόνα πρώτη: ένα σκονισμένο σεντάν σε μάντρα αυτοκινήτων του Κονέκτικατ, περικυκλωμένο από συρματόπλεγμα. Δεν είναι παρατημένο· είναι «παγιδευμένο» σε μια γραφειοκρατική μαύρη τρύπα. Ο ιδιοκτήτης του δεν μπορεί να το εντοπίσει, επειδή το σύστημα έχει αποφασίσει ότι δεν του ανήκει πια.
Εικόνα δεύτερη: ένας υπάλληλος της Διεύθυνσης Μεταφορών κάθεται μπροστά από μια οθόνη υπολογιστή και πληκτρολογεί αλλαγές τίτλων ιδιοκτησίας. Με λίγα κλικ εκατοντάδες αυτοκίνητα μεταβιβάζονται σε εταιρείες ρυμούλκησης χωρίς καμία ειδοποίηση προς τους πραγματικούς κατόχους.
Πρόκειται για στιγμιότυπα από την έρευνα των Dave Altimari, Ginny Monk του «Connecticut Mirror» από κοινού με τους Sophie Chou και Haru Coryne της ProPublica, η οποία αποκάλυψε μια συστηματική επιχείρηση υφαρπαγής περιουσίας. Και γι’ αυτόν τον λόγο κέρδισε το φετινό Πούλιτζερ Τοπικού Ρεπορτάζ. Εταιρείες γερανών στο Κονέκτικατ που εκμεταλλεύονταν νομικά παραθυράκια ώστε να αποκτούν τελικά την κυριότητα αυτοκινήτων που είχαν ρυμουλκηθεί και στη συνέχεια να τα μεταπωλούν με τεράστιο κέρδος. Το «κερασάκι» στην τούρτα; Ενας υπάλληλος της Διεύθυνσης Μεταφορών ο οποίος δρούσε ως εσωτερικός συνεργάτης, διευκολύνοντας τις παράνομες μεταβιβάσεις τίτλων. «Δεν ήταν απλώς ένα λάθος στο σύστημα. Ηταν ένα παράλληλο σύστημα, όπου η τοπική Διεύθυνση λειτουργούσε ως μεσάζοντας για τη μεταφορά πλούτου από τους απλούς πολίτες προς τους ιδιοκτήτες μάντρας», όπως αναφέρεται.
Οι δημοσιογράφοι δεν περιορίστηκαν σε καταγγελίες, αλλά παρέθεσαν στοιχεία. Ανέλυσαν δεδομένα από χιλιάδες καταγραφές ρυμούλκησης και πωλήσεων τις οποίες η Διεύθυνση αρνούνταν αρχικά να δώσει στη δημοσιότητα. Διασταύρωσαν τις ημερομηνίες ρυμούλκησης με τις ημερομηνίες έκδοσης νέων τίτλων αποδεικνύοντας ότι η διαδικασία γινόταν με πρωτοφανή ταχύτητα, στερώντας από τους πολίτες το δικαίωμα της ένστασης.
«Βρήκαμε περιπτώσεις όπου αυτοκίνητα πωλούνταν πριν καν προλάβει ο ιδιοκτήτης να δηλώσει την κλοπή τους ή να αναρωτηθεί πού βρίσκεται το όχημά του. Η έρευνα απέδειξε ότι το 90% των περιπτώσεων που εξετάστηκαν εμφάνιζαν σοβαρές παρατυπίες» ανέφεραν σε ένα από τα άρθρα τους. Δεν έμειναν όμως στα νούμερα, φτάνοντας στην κατεξοχήν πηγή της δημοσιογραφικής αποκάλυψης: τους ανθρώπους. Δηλαδή, τους εργαζομένους οι οποίοι έχασαν το μοναδικό μέσο μετακίνησης προς τη δουλειά και οικογένειες που βρέθηκαν χρεωμένες για αυτοκίνητα που τους «έκλεψε» η ίδια η Πολιτεία.
Η δημοσίευση των άρθρων λειτούργησε ως καταλύτης. Ο πολιτειακός υπάλληλος συνελήφθη και κατηγορήθηκε για δωροδοκία και πλαστογραφία. Η Διεύθυνση Μεταφορών υποχρεώθηκε να ψηφιοποιήσει και να ανοίξει τα αρχεία της για δημόσιο έλεγχο. Και το Κονέκτικατ αναγκάστηκε να αναθεωρήσει πλήρως τους νόμους περί ρυμούλκησης καθιστώντας σχεδόν αδύνατη την πώληση οχήματος χωρίς αυστηρή επιβεβαίωση στοιχείων.
Ουσιαστικά, το ρεπορτάζ έδωσε φωνή και νομική θωράκιση σε μια πληθυσμιακή ομάδα που θεωρούνταν «αναλώσιμη». Τελευταία υπόμνηση και για τους εαυτούς μας: οι ρεπόρτερ δεν κυνήγησαν το σκάνδαλο για την τηλεθέαση, αλλά υπηρέτησαν το αίτημα για έλεγχο της εξουσίας και των μηχανισμών της. Και σ’ αυτή την περίπτωση το «τοπικό» ρεπορτάζ όντως απέκτησε παγκόσμια ηθική αξία: την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απέναντι στην κερδοφορία.







