Προσωποποιώντας δυνάμεις και μηχανισμούς, αναρωτιέται κανείς: ο Ντόναλντ Τραμπ όσο είναι πρόεδρος, απλώς θα βομβαρδίζει στη Βενεζουέλα, στην Καραϊβική, στο Ιράν, εξοντώνοντας χιλιάδες ανθρώπους και καταστρέφοντας πλούτο που με κόπο συσσωρεύτηκε ώστε ο ίδιος να πλουτίζει, να εντυπωσιάζει, να ξανανιώνει, να ζητά το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης για τους πολέμους που δεν ολοκλήρωσε – ή πρέπει να περιμένουμε ότι κάποια στιγμή θα κάνει απόβαση στη Γροιλανδία;
Και αν το κάνει, θα είναι επειδή δεν πρέπει να είναι ακίνητος για να μην πέσει και είναι ευκολότερο αυτό στρατιωτικά –ή αποδοτικότερο οικονομικά– από το να κάνει απόβαση στο Ιράν των 90.000.000 κατοίκων; Ή θα είναι η Γροιλανδία προγεφύρωμα για κάτι μεγαλύτερο;
Ο Βλαδίμηρος Πούτιν; Και ο τελευταίος χωρικός στη Σιβηρία κατανοεί πλέον ότι ο Ρώσος πρόεδρος έχει ηττηθεί. Ξεκίνησε για περίπατο σε αλέα και χάθηκε σε πυκνό δάσος. Η πολιτική ευφυΐα και η οικονομική ισχύς της Ευρώπης τον έχουν ταπεινώσει. Μόνο αν καταφέρει να παρελάσουν τα στρατεύματά του στο Κίεβο θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι κέρδισε. Ακόμα και αν αποσπάσει εδάφη, έχει ήδη κατασκευάσει δίπλα του έθνος απολύτως εχθρικό και πολύ ισχυρότερο –στρατιωτικά τουλάχιστον– από όσο όταν ξεκίνησε ο πόλεμος.
Τι θα κάνει; Οι ειδήσεις για αύξηση των μέτρων ασφαλείας ανθρώπου ιδιαίτερα ανασφαλούς – τον θυμόμαστε να στέκει σε απόσταση δεκάδων μέτρων από τους επισκέπτες του επί Covid ή να κάνει συμπλεγματική επίδειξη ευρωστίας με το στήθος γυμνό πάνω σε άλογο, παλιότερα– δείχνουν πως δεν θα περιμένει το μοιραίο. Θα είναι όμως οι νέοι αντίπαλοί του εύκολα θύματα σαν τον Γιεβγκένι Πριγκοζίν της Wagner; Το χειρότερο: η εξαγωγή πολιτικών κρίσεων είναι παλαιότατη τεχνική αντιμετώπισης εσωτερικών κινδύνων – και μάλλον η Ευρώπη είναι το πεδίο όπου ο Ρώσος πρόεδρος μπορεί να εξάγει την ανασφάλειά του.
Βεβαίως, η μεθαυριανή συνάντηση Τραμπ-Μπους στέλνει θετικό σήμα: αν οι ηγέτες των δύο ισχυρότερων δυνάμεων του πλανήτη δεν είχαν έτοιμα θέματα να συμφωνήσουν, δεν θα οριζόταν η συνάντηση, δεν θα συναντιόντουσαν για να διαφωνήσουν. Αυτό σημαίνει πως τα ρίσκα είναι ελεγχόμενα, παρά τα ανησυχητικά που αναφέρονται παραπάνω.
Ισως λοιπόν, βρεθούμε σε κατάσταση αισιόδοξης προοπτικής οικονομικού win-win μεταξύ Κίνας – ΗΠΑ. Και όλα αυτά που μας απασχολούν ως Ευρωπαίους καλομαθημένους στην ειρήνη –ή ως Έλληνες που βλέπουμε συνεχώς τη συντέλεια του κόσμου– τελικά να μην έχουν καμιά σημασία πέρα από τα σύνορα όσων υποφέρουν επειδή οι ηγεσίες τους δεν έχουν καταλάβει πως η ισχύς είναι παρελθόν και σημασία έχει ο πλούτος. Μακάρι να είναι έτσι.







