Η εκτίναξη των τιμών στην ενέργεια, τα λιπάσματα, οι αρρυθμίες στην εφοδιαστική αλυσίδα διεθνώς, από την κρίση στη Μέση Ανατολή, καθώς και παράγοντες όπως φυσικές καταστροφές και ζωονόσοι έχουν κάνει ήδη και στην Ελλάδα εμφανή τα σημάδια τους, με τις τιμές των τροφίμων να πιέζονται προς τα πάνω, τους καταναλωτές να είναι σε παράκρουση μη μπορώντας να αντέξουν τα υψηλά κόστη και τις επιχειρήσεις (βιομηχανία και λιανεμπόριο) να αδυνατούν να προχωρήσουν σε ασφαλείς προβλέψεις για το επόμενο διάστημα.
Οι τιμές των τροφίμων, αν και δεν υπάρχει θέμα επάρκειας, τραβούν την ανηφόρα, κάτι που επιβεβαίωσαν και τα τελευταία στοιχεία για τον πληθωρισμό την περασμένη Παρασκευή.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών, ο πληθωρισμός στις αλυσίδες σουπερμάρκετ ήταν στο 2,23% τον Απρίλιο 2026 σε σχέση με έναν χρόνο πριν, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις στα ράφια των μεγάλων αλυσίδων να σημειώνονται ήδη στα φρέσκα φρούτα και λαχανικά (11,96%), τις βρεφικές και παιδικές τροφές (7,43%), τα αλλαντικά (7,11%), τα φρέσκα κρέατα (5,57%) και τα φρέσκα ψάρια και θαλασσινά (4,19%).
Ενεργειακό κόστος παραγωγής, υλικά συσκευασίας και μεταφορικά επιβαρύνουν ήδη τα κοστολόγια των βιομηχανιών, λένε οι εκπρόσωποι της αγοράς, ενώ στον πρωτογενή τομέα πονοκέφαλο προκαλούν στους παραγωγούς και οι αυξήσεις στις τιμές των λιπασμάτων και των αγροεφοδίων που διαμορφώνουν ένα δύσκολο περιβάλλον.
Eπηρέασαν την παραγωγή
Σύμφωνα με την τελευταία μελέτη του ΙΕΛΚΑ, οι αυξήσεις τιμών στα φρέσκα φρούτα και λαχανικά στη χώρα μας αποδίδονται κυρίως στις καιρικές συνθήκες του Ιανουαρίου και του Απριλίου 2026, με τις αυξημένες βροχοπτώσεις, τις χαμηλές θερμοκρασίες και τα πλημμυρικά φαινόμενα να έχουν επηρεάσει την παραγωγή. Στα φρέσκα κρέατα και στα αλλαντικά οι αυξήσεις αποδίδονται, πρώτον, στις αυξήσεις των διεθνών τιμών ειδικά στο μοσχάρι (19,2% σε ετήσια βάση τον Απρίλιο, σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή), δεδομένου ότι η εγχώρια κατανάλωση του μοσχαριού και του χοιρινού βασίζεται σε εισαγωγές. Δεύτερον, στις ασθένειες ζώων που έπληξαν πολλές περιοχές εκτροφής στην Ελλάδα και ειδικά των αμνοεριφίων (αύξηση 13,3%).
Η κατάσταση αυτή δεν δείχνει να είναι προσωρινή αφού, σύμφωνα με εκπροσώπους της αγοράς (πρωτογενής τομέας και βιομηχανία), τα δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί δεν δείχνουν αποκλιμάκωση των τιμών, παρά τα μέτρα που έχει ανακοινώσει η κυβέρνηση με ενισχύσεις στην ενέργεια (καύσιμα) αλλά και την αγορά λιπασμάτων για τους αγρότες. Οπως λένε, είναι δύσκολο να απορροφήσουν τα νέα κόστη που προκύπτουν.
Ενδεικτικά, η τιμή του ντίζελ κίνησης από 1,568 τον περασμένο Φεβρουάριο σκαρφάλωσε στα 1,871 ευρώ το λίτρο, επηρεάζοντας τα μεταφορικά κόστη. Την ίδια ώρα η χρηματιστηριακή τιμή της ουρίας, που αποτελεί ένα από τα πιο διαδεδομένα λιπάσματα, έφτασε από τα 465,5 δολάρια ο τόνος που ήταν στις 27 Φεβρουαρίου με το ξέσπασμα της κρίσης να ξεπερνά σήμερα τα 600 δολάρια. Καθώς αποτελεί για την Ελλάδα προϊόν εισαγωγής, οι έλληνες αγρότες προβληματίζονται για τις καλλιέργειες το επόμενο διάστημα καθώς το αυξημένο αυτό κόστος οδηγεί τους ίδιους σε αδυναμία εφοδιασμού και πλέον είναι ορατός και ο κίνδυνος της μείωσης στις αποδόσεις των καλλιεργειών και κατ’ επέκταση και στις παραγόμενες ποσότητες αγροτικών προϊόντων στην Ελλάδα. Μάλιστα, λένε ότι ακόμα και η επιχορήγηση του 15% του κόστους των παραστατικών για την αγορά λιπασμάτων για να εφαρμοστεί τους μήνες Απρίλιο και Μάιο δεν φτάνει.
Παράλληλα στο εμπόριο «η παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή και η συνεχιζόμενη γεωπολιτική αστάθεια εντείνουν το κλίμα αβεβαιότητας στην αγορά, αυξάνοντας ήδη το λειτουργικό κόστος των εμπορικών επιχειρήσεων με ορατό πλέον τον κίνδυνο μετακύλισής του στις τιμές των προϊόντων», λέει ο πρόεδρος της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας Σταύρος Καφούνης. Σύμφωνα με τον ίδιο, «επενδυτικές αποφάσεις αναβάλλονται, ενώ και οι καταναλωτές οδηγούνται σε επανακαθορισμό προτεραιοτήτων. Είναι θετικό ότι η Ελλάδα διατηρεί αναπτυξιακή δυναμική, ωστόσο η συγκυρία καθιστά ακόμα πιο αναγκαία τη στρατηγική στήριξη του εμπορίου και της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο, πέρα από τα έκτακτα και στοχευμένα μέτρα στήριξης που έχει ήδη ανακοινώσει η κυβέρνηση λόγω της κρίσης, είναι σημαντικό το επόμενο διάστημα να ληφθούν αποφάσεις και για μόνιμες παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν τη βιωσιμότητα της πραγματικής οικονομίας», αναφέρει ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, υπογραμμίζοντας ότι η αγορά χρειάζεται ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, καθώς και ισχυρότερη στήριξη του εμπορίου στο νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034 αλλά και μέσα από το τρέχον Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030.







