Εκτός από τον Θεοδωράκη και τον Σαββόπουλο, καλλιτέχνες μεν αλλά με πολύ έντονο και καθοριστικό ιδεολογικό και πολιτικό αποτύπωμα, δεν θυμάμαι άλλο πρόσωπο από αυτόν τον χώρο που ο θάνατός του να προκάλεσε τόση συγκίνηση αλλά και ειδησεογραφικό ενδιαφέρον όσο της Μαρινέλλας. Να, για παράδειγμα, ακόμη και το χθεσινό κύριο άρθρο των «ΝΕΩΝ» σε αυτήν ήταν αφιερωμένο, εν μέσω μάλιστα μιας ιδιαίτερα κρίσιμης περιόδου. Εντάξει, δεν ξέρω τι θα γινόταν αν υπήρχε διαδίκτυο και σόσιαλ μίντια όταν, το 1996, πέθανε η Αλίκη Βουγιουκλάκη, φαντάζομαι κάτι ανάλογο, άλλωστε οι δυο τους είχαν πολλά κοινά. (Παρεμπιπτόντως, θυμάμαι την ημέρα της κηδείας της Αλίκης μιλούσα, για δημοσιογραφικό θέμα, με σοβαρό επιχειρηματία που είχε τα γραφεία του κάπου στο κέντρο. Κάποια στιγμή, μου λέει συγκινημένος: «Συγγνώμη, πρέπει να κλείσω για λίγα λεπτά, περνάει τώρα απ’ έξω η Αλίκη» – και εννοούσε το φέρετρο και τις χιλιάδες κόσμου που ακολουθούσε.)
Αυτό σημαίνει ότι, πέρα από αυτή καθαυτή την απώλεια, το γεγονός έχει και έναν συμβολισμό. Και στην προκειμένη περίπτωση, η Μαρινέλλα «φεύγοντας» έκλεισε και την αυλαία μιας εποχής, αυτό το «That’s all folks» που έγραφαν στο τέλος τα αμερικανικά καρτούν. Το τέλος εποχής βέβαια, στον χώρο της μουσικής, έχει γραφτεί εδώ και καιρό, ήταν από τους πρώτους που έπληξε το Διαδίκτυο, καταργώντας, στην πραγματικότητα, τη δισκογραφία. Το ξέρουμε, το βλέπουμε, το έχουμε συνειδητοποιήσει αλλά για να το πάρουμε απόφαση χρειάζεται και η, ας την πούμε, «πραγματογνωμοσύνη». Και αυτή είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι.
Με τον θάνατο της Μαρινέλλας θυμηθήκαμε πολλά «περιφερειακά». Εκείνους τους δίσκους βινυλίου, για παράδειγμα, που τους αγοράζαμε όχι μόνο για τα τραγούδια αλλά και για τα εξώφυλλά τους και για τα σημειώματα και για τα ένθετα που υπήρχαν σε αυτούς και που σήμερα θεωρούνται αρχειακοί θησαυροί. Ή τις ραδιοφωνικές εκπομπές των δισκογραφικών εταιρειών στις οποίες λανσάρονταν οι νέες κυκλοφορίες. Ή τις παραγωγές με κόνσεπτ που απαιτούσαν έρευνα και προετοιμασία πολλών μηνών. Για να βγει ας πούμε ο δίσκος «Η Μαρινέλλα τραγουδάει Βέμπο» ή τα «Αρχοντορεμπέτικα» με τη Μοσχολιού δεν ήταν μία απόφαση, άντε, γιούργια και το κάναμε. Επρεπε να βρεθούν τουλάχιστον δώδεκα τραγούδια (αν ο δίσκος ήταν διπλός πολύ περισσότερα) που σημαίνει ότι θα είχαν απορριφθεί άλλα τόσα, να αποφασισθεί ποια θα προωθούνταν πρώτα και ποια θα τα «ανακάλυπτε» το κοινό, να μελετηθεί το εξώφυλλο, να γίνει η φωτογράφιση και πολλά άλλα.
Διότι εκείνη την εποχή, η μουσική, το σινεμά, το θέατρο ήταν «κοινότητες». Που σημαίνει κοινό όραμα, άνθρωποι «επικεφαλής» όπως ήταν οι θρυλικοί διευθυντές των δισκογραφικών με υψηλά στάνταρντ, συνεχής αναζήτηση του καινούργιου, της έκπληξης, ακόμη και οι ανταγωνισμοί που καλλιεργούνται σε αυτές τις κοινότητες, το καλύτερο είχαν ως αποτέλεσμα. There is no business like show business λένε οι Αμερικανοί αλλά πίσω από αυτό υπάρχουν άνθρωποι, ξενύχτια, κούραση, διεκδικήσεις, συγκρούσεις, λάθη, παθήματα και μαθήματα. Και μεγάλα ρίσκα που μόνο οι «επικεφαλής» μπορούν να πάρουν. Κακώς ή καλώς τίποτα από αυτά δεν υπάρχει με τέτοια ένταση στις κάθε είδους πλατφόρμες. Θα πει κάποιος «Είναι η νέα εποχή» και θα συμφωνήσω απόλυτα. Σε αυτήν θα πορευτούμε. Δεν σημαίνει όμως ότι δεν οφείλουμε μια βαθιά υπόκλιση στην παλιά.
Η Μαρινέλλα και η Αλίκη
Ανέφερα την Αλίκη Βουγιουκλάκη και συνειδητοποιώ πόσα κοινά είχαν με τη Μαρινέλλα. Γυναίκες που υπερασπίστηκαν με πυγμή τα δικαιώματα των εργαζομένων στον κλάδο τους. Η πρώτη ανέβασε τα μεροκάματα των ηθοποιών, η δεύτερη επέβαλε τα ρεπό, και μάλιστα Σάββατο, στα νυχτερινά κέντρα. Η μία πάσχιζε να εξασφαλίσει τους καλύτερους συνθέτες για να γράψουν μουσική στις ταινίες της, η άλλη έτρεχε στο εξωτερικό για καινούργια μικρόφωνα και κονσόλες. Με δυο λόγια και οι δύο δούλεψαν για καλύτερες συνθήκες εργασίας στον κλάδο τους πολύ πιο αποτελεσματικά από βαρβάτους συνδικαλιστές.






