Η επίθεση με τσεκούρι την οποία δέχθηκαν αστυνομικοί στους Αμπελοκήπους όταν επιχείρησαν την «ακούσια» μεταφορά σε μονάδα νοσηλείας ενός ανθρώπου που αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα αποτελεί το πιο πρόσφατο και σίγουρα όχι το τελευταίο περιστατικό σε μια αλυσίδα η οποία ολοένα μεγαλώνει. Αν και αυτή τη φορά ο τραυματισμός που προκλήθηκε δεν ήταν – ευτυχώς – σοβαρός, η ουσία δεν αλλάζει. Κι αυτή, όπως σημειώνουν πολλοί ειδικοί, έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει με την εικόνα κατάρρευσης που παρουσιάζει το δημόσιο σύστημα πρόνοιας που αφορά την ψυχική υγεία.

Τα περιστατικά, άλλωστε, είναι αλλεπάλληλα και έρχονται να επιβεβαιώσουν του λόγου το αληθές – ενώ δεν περιορίζονται στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ηταν Απρίλιος του 2021 όταν στη Μακρινίτσα Μαγνησίας ένας άνδρας με ιστορικό ψύχωσης δολοφονεί τη σύζυγό του και τον αδελφό της σε ένα έγκλημα που συγκλόνισε το πανελλήνιο. Ο δράστης ήταν γνωστό πως αντιμετώπιζε ψυχιατρικά προβλήματα και η οικογένεια της κοπέλας είχε ζητήσει δικαστική συνδρομή για να τον κρατήσουν μακριά.

Τον Φεβρουάριο του 2025, στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο στο Δαφνί, τρόφιμος σκοτώνει άλλη ασθενή εντός του ιδρύματος, αναδεικνύοντας με τον πιο ωμό τρόπο τις συνθήκες και τα κενά εποπτείας ακόμη και εντός των δομών. Μάλιστα, ο ίδιος ασθενής είχε μεταφερθεί εκεί λίγους μήνες πριν, καθώς είχε διαπράξει άλλη μια δολοφονία γυναίκας στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας το 2023.

Ακόμη πιο πρόσφατα, τον Ιανουάριο, ένας 46χρονος στη Γλυφάδα ομολόγησε ότι μαχαίρωσε μέχρι θανάτου τον 80χρονο πατέρα του, κρύβοντας τη σορό στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου. Ο ίδιος είχε σκοτώσει με παρόμοιο τρόπο τη μητέρα του το 2014 και είχε καταδικαστεί σε 16ετή κάθειρξη, αλλά αποφυλακίστηκε το 2018.

Συνήθως, κάθε φορά που ένα τέτοιο περιστατικό έρχεται στο φως της δημοσιότητας, η συζήτηση επικεντρώνεται στην «επικινδυνότητα» του δράστη. Πολύ σπανιότερα, εστιάζει σε ένα πιο θεμελιώδες ζήτημα: ποια ήταν η πορεία αυτού του ανθρώπου μέσα στο σύστημα ψυχικής υγείας; Ποιος τον παρακολουθούσε; Ποιος ήλεγχε αν λάμβανε τη φαρμακευτική του αγωγή; Ποιος αξιολογούσε αν το οικογενειακό του περιβάλλον μπορούσε να διαχειριστεί την κατάστασή του; Υπήρξε ποτέ ένα συνεκτικό, κοινοτικό πλαίσιο φροντίδας ή το μόνο που μεσολάβησε ήταν ένας κύκλος νοσηλείας – εξιτηρίου – εγκατάλειψης – υποτροπής;

Τα παραπάνω ερωτήματα δεν αφορούν μόνο τις ακραίες περιπτώσεις. Αφορούν χιλιάδες ανθρώπους στην Ελλάδα που ζουν με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, νοσηλεύονται κατά διαστήματα, λαμβάνουν αγωγή και στη συνέχεια επιστρέφουν σε μια καθημερινότητα χωρίς επαρκή παρακολούθηση, ουσιαστική στήριξη, εγγυήσεις συνέχειας στη θεραπεία τους.

«Αποθήκες ψυχών»

Η εικόνα που περιγράφουν εργαζόμενοι και ειδικοί του χώρου είναι σκληρή. Οι ελάχιστες δημόσιες δομές έχουν, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, «μετατραπεί σε αποθήκες ψυχών». Ασθενείς στοιβάζονται σε ράντζα, συνωστίζονται ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας ή βαρύτητας πάθησης, σε χώρους με απαρχαιωμένες υποδομές και δραματικές ελλείψεις προσωπικού όλων των αναγκαίων ειδικοτήτων.

Η πίεση για ταχεία διακίνηση περιστατικών και για μείωση του χρόνου νοσηλείας – ώστε να «αδειάζουν κρεβάτια» – συνδυάζεται με την ουσιαστική ανυπαρξία επαρκών δημόσιων δομών. Το αποτέλεσμα είναι το γνωστό φαινόμενο της «περιστρεφόμενης πόρτας»: ο ασθενής εισάγεται σε οξεία φάση, σταθεροποιείται φαρμακευτικά, λαμβάνει εξιτήριο χωρίς ολοκληρωμένο πλάνο υποστήριξης και, σε λίγους μήνες, επιστρέφει με υποτροπή.

Το υψηλό ποσοστό «ακούσιων νοσηλειών» – περίπου 60% των εισαγωγών – αποτελεί έναν ακόμη δείκτη. Αυτές γίνονται συνήθως με εισαγγελική εντολή, που ενεργοποιείται όταν η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο.

Αυτό, σύμφωνα με ειδικούς, υποδηλώνει την αποτυχία της πρόληψης σε όλα τα επίπεδα: πρωτογενούς (πρόληψη εμφάνισης), δευτερογενούς (έγκαιρη διάγνωση) και τριτογενούς (πρόληψη υποτροπών).

«Αποφυγή του προβλήματος»

Ο Θεόδωρος Μεγαλοοικονόμου, συνταξιούχος ψυχίατρος στο Δαφνί, μιλά με σκληρή γλώσσα για την πραγματικότητα που, όπως λέει, διαμορφώνεται εδώ και δεκαετίες: «Πλέον όλες οι υπηρεσίες είναι διαλυμένες. Αυτό που λέμε “μεταρρύθμιση” είναι λόγια του αέρα. Το νομικό κομμάτι είναι η εύκολη καταφυγή για να κλείνουν για χρόνια τους ανθρώπους μέσα σε απερίγραπτες καταστάσεις» αναφέρει μιλώντας στα «ΝΕΑ».

Ο ίδιος επιμένει ότι το πρόβλημα δεν είναι η διάρκεια της νοσηλείας, αλλά η ποιότητά της και – κυρίως – η μετα-νοσοκομειακή φροντίδα: «Το θέμα δεν είναι οι μέρες νοσηλείας αλλά η ποιότητα της νοσηλείας και η μετα-νοσοκομειακή φροντίδα που πρέπει να έχει. Το μόνο ενδιαφέρον είναι στο να ελευθερώνονται κρεβάτια για να βάζουν άλλους μέσα».

Σύμφωνα με τον Θ. Μεγαλοοικονόμου, «πρέπει να υπάρξει μία τομεοποιημένη κοινοτική υπηρεσία σε έναν μικρό πληθυσμό, με επαρκές προσωπικό, που να κάνει επισκέψεις κατ’ οίκον και να αντιμετωπίζει τα προβλήματα που έχει ο κάθε άνθρωπος: οικογενειακά, εργασιακά, εισοδήματος κ.λπ. Γιατί το θέμα της επικινδυνότητας δεν είναι μία ατομική ιδιότητα – έχει κοινωνική, σχεσιακή διάσταση».

Επίσης, κάνει λόγο για ένα «τεράστιο κενό» που «υπήρχε από πάντα», αλλά τα τελευταία χρόνια έχει επιδεινωθεί. «Η μόνη λύση που βρίσκουν είναι ο εγκλεισμός. Αφήνουν το πράγμα να γίνει και μετά τον πιάνουμε και τον βάζουμε μέσα εφ’ όρου ζωής» σημειώνει. Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζει δε για τα σχέδια δημιουργίας περίκλειστων τμημάτων σε ψυχιατρικά νοσοκομεία: «Αυτό δεν σημαίνει πρόληψη – σημαίνει αποφυγή του προβλήματος».

Το «στίγμα»

Ακόμη πιο δραματική είναι η εικόνα για τις οικογένειες. Οι συγγενείς επωμίζονται σχεδόν εξ ολοκλήρου τη φροντίδα των ατόμων με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, χωρίς ουσιαστική κρατική στήριξη. Η ψυχολογική και οικονομική επιβάρυνση είναι τεράστια, συχνά αθέατη.

Η Αννα Γαϊτανίδου, ψυχολόγος και σύμβουλος ψυχικής υγείας, περιγράφει τον φαύλο κύκλο που ξεκινά από το στίγμα και καταλήγει στην κατάρρευση:

«Το ψυχιατρικό στίγμα υπήρχε ανέκαθεν: “Δεν χρειάζεται να παίρνεις φάρμακα, είσαι καλά”. Μόλις ο ασθενής νιώσει μία ασφάλεια ή μία πίεση από την κοινωνία, τα κόβει και χειροτερεύει» τονίζει. Επισημαίνει δε ότι πολλές αγωγές παραμένουν αμετάβλητες επί χρόνια, χωρίς επαναξιολόγηση: «Δεν πάνε σε ψυχίατρο και για αυτό καταλήγουν στο αναπόφευκτο. Σε εκείνο το σημείο φτάνουν με ακούσια νοσηλεία. Σε αυτό το στάδιο ο ασθενής είναι στη χειρότερή του κατάσταση. Και την ίδια στιγμή πέφτει στη χειρότερη στιγμή του ψυχιατρικού συστήματος».

Η Α. Γαϊτανίδου περιγράφει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: «Σε βάζω, σε πλακώνω στα φάρμακα χωρίς θεραπευτική αντίληψη και μετά από ένα μικρό διάστημα σε βγάζουν έξω και σου λένε: βρες θεραπεία».

Και προσθέτει: «Δεν υπάρχει καμία εποπτεύουσα αρχή, ούτε καν για αυτούς που έχουν ποινικό παρελθόν».

Διόγκωση του ιδιωτικού

Τα στοιχεία του υπουργείου Υγείας είναι αποκαλυπτικά. Σήμερα λειτουργούν 3 Ψυχιατρικά Νοσοκομεία (από 11 το 2009), 41 Ψυχιατρικά και 7 Παιδοψυχιατρικά Τμήματα Γενικών Νοσοκομείων, 24 Κέντρα Ψυχικής Υγείας, 30 Κινητές Μονάδες, 88 Κέντρα Ημέρας, 30 Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης και 501 Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης. Παράλληλα λειτουργούν 39 ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, με το 64% αυτών σε Αττική, Θεσσαλονίκη και Λάρισα.

Η αναλογία των κλινών αποτυπώνει τη μετατόπιση. Το 2018, σε σύνολο 7.062 ψυχιατρικών κλινών, οι 5.706 βρίσκονταν σε ιδιωτικά θεραπευτήρια και μόλις 1.356 σε δημόσια. Η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα συνοδεύτηκε από διόγκωση του ιδιωτικού: λίγες μεγάλες κλινικές συγκεντρώνουν σημαντικό ποσοστό του κύκλου εργασιών.

Η Αφροδίτη Ρέτζιου, οργανωτική γραμματέας της εκτελεστικής γραμματείας της ΟΕΝΓΕ και γιατρός στην ψυχιατρική κλινική του Θριάσιου Νοσοκομείου με τον βαθμό του διευθυντή, τονίζει στα «ΝΕΑ»:

«Ο αριθμός των ανεπτυγμένων δομών ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης είναι πολύ πίσω από τις ολοένα και αυξανόμενες ανάγκες. Είναι τραγικές οι ελλείψεις τόσο στην πρωτοβάθμια φροντίδα και την πρόληψη όσο και στη νοσοκομειακή περίθαλψη, με αποτέλεσμα να μην εξασφαλίζεται η συνέχιση της παρακολούθησης του ασθενούς στην κοινότητα».

Στην κλινική όπου εργάζεται, χρόνια περιστατικά «λιμνάζουν» σε τμήματα οξέων, καθώς τα αιτήματα για ένταξη σε δομές αποκατάστασης εκκρεμούν για μήνες ή και πάνω από χρόνο. «Αυτά είναι τα αποτελέσματα της διαχρονικής πολιτικής της εμπορευματοποίησης της ψυχικής υγείας» σημειώνει.

Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν τη χώρα δεν μπορούν – και δεν πρέπει – να γίνονται αφορμή για περισσότερο εγκλεισμό και φόβο. Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν η ψυχική υγεία στην Ελλάδα βρίσκεται υπό κατάρρευση. Είναι αν θα συνεχίσουμε να διαχειριζόμαστε τις συνέπειες ή αν θα επενδύσουμε στις αιτίες.

«Προωθούμε ολοκληρωμένο πλαίσιο υποχρεωτικής θεραπευτικής παρακολούθησης»

Απαντώντας στα ερωτήματά μας και τα στοιχεία του ρεπορτάζ, πηγές του υπουργείου Υγείας ανέφεραν τα εξής:

«Ο σεβασμός των δικαιωμάτων, της αξιοπρέπειας και της απρόσκοπτης συνέχειας της φροντίδας των ανθρώπων με ψυχικές διαταραχές αποτελεί προτεραιότητα της πολιτικής μας, τόσο στο υπουργείο Υγείας όσο και συνολικά σε κυβερνητικό επίπεδο. Η χώρα μας διαθέτει πλέον ένα συνεκτικό θεσμικό και επιχειρησιακό πλαίσιο, το οποίο καλύπτει ολόκληρη τη διαδρομή του ασθενούς: από την πρόληψη και την έγκαιρη ανίχνευση έως τη θεραπεία, την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση και την ουσιαστική κοινωνική επανένταξη.

Το σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας, όπως αναδιαρθρώνεται με τον ν. 5129/2024 για την Ολοκλήρωση της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης, λειτουργεί με έμφαση στη συνέχεια στη φροντίδα, μέσα από το Εθνικό Δίκτυο Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας (ΕΔΥΨΥ). Μετά το εξιτήριο από ψυχιατρική νοσηλεία, η παρακολούθηση δεν διακόπτεται, αλλά εντάσσεται οργανωμένα σε μονάδες ψυχικής υγείας, οι οποίες διασφαλίζουν τη συνέχεια της αγωγής, την τακτική επανεκτίμηση και την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση. Για άτομα με χρόνιες ή σοβαρές διαταραχές αναπτύσσεται ένα πλέγμα εξειδικευμένων παρεμβάσεων, μέσω νέου τύπου Μονάδων Ολικής Φροντίδας Ψυχικής Υγείας, σταθερές θέσεις υποστηριζόμενης εργασίας και δράσεων κοινωνικής επανένταξης.

Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία συγκλίνει στο ότι τα άτομα με ψυχικές διαταραχές δεν προβαίνουν σε εγκληματικές πράξεις συχνότερα από τον γενικό πληθυσμό. Η καταπολέμηση του στίγματος πρέπει να είναι απόλυτη προτεραιότητα κάθε προσέγγισης ζητημάτων δημόσιας ψυχικής υγείας. Σε περιπτώσεις τέλεσης αξιόποινης πράξης υπό καθεστώς σοβαρής ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, το άρθρο 69 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει θεραπευτικά και όχι τιμωρητικά μέτρα, όπως η νοσηλεία σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας. Τα θεραπευτικά μέτρα υπόκεινται σε τακτικό δικαστικό έλεγχο, με στόχο την προστασία τόσο του ίδιου του ασθενούς όσο και της κοινωνίας και συνεχίζονται και μετά το πέρας της νοσηλείας.

Ωστόσο, ένα υπαρκτό κενό εντοπίζεται σε άτομα που δεν έχουν υπαχθεί στο άρθρο 69 αλλά, για διάφορους λόγους, κυρίως έλλειψη αναζήτησης βοήθειας ή άρνηση συμμόρφωσης στις ιατρικές οδηγίες, δεν τηρούν συστηματικά την προτεινόμενη θεραπεία.

Για την αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης, προωθείται για πρώτη φορά ολοκληρωμένο πλαίσιο υποχρεωτικής θεραπευτικής παρακολούθησης όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, καθώς και μετασωφρονιστικής ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης μέσω νέων δομών σταθερής παρακολούθησης. Παράλληλα, ενισχύεται η παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας εντός του σωφρονιστικού συστήματος και θεσμοθετείται το Εθνικό Παρατηρητήριο Ψυχιατροδικαστικής για καλύτερο συντονισμό και επίβλεψη των απαραίτητων ενεργειών.

Η περαιτέρω ενδυνάμωση της μετανοσοκομειακής φροντίδας, η εκπαίδευση του προσωπικού και η μείωση του κοινωνικού στίγματος αποτελούν κρίσιμες παρεμβάσεις για τον περιορισμό σοβαρών περιστατικών.

Στόχος μας είναι ένα σύστημα που εγγυάται συνεχή, επιστημονικά τεκμηριωμένη και ανθρώπινη φροντίδα για κάθε πολίτη, με σεβασμό στα δικαιώματα και με μέριμνα για την ασφάλεια της κοινότητας».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.