Στις 28 Φεβρουαρίου 2023, 42 λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα, ο χρόνος πάγωσε για 57 ανθρώπους. Για άλλους, τα λεπτά που ακολούθησαν έμοιαζαν με αιώνα – και με μια γραμμή που θα μπορούσε να χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο. Αυτό βίωσαν η Αγγελική, 22 ετών τότε, φοιτήτρια στο ΑΠΘ και επιβάτις στη μοιραία αμαξοστοιχία και ο πατέρας της Δημήτρης. Μιλώντας στα «ΝΕΑ» περιγράφουν εκείνες τις ώρες και την ανοιχτή πληγή που ακόμα πονάει.
«Είχα ανέβει στην Αθήνα για να δω τους γονείς μου και πήρα το τρένο για να γυρίσω στη Θεσσαλονίκη όπου και σπούδαζα. Ημουν στο πέμπτο βαγόνι την ώρα που έγινε η σύγκρουση» λέει η Αγγελική. «Είχαμε κάνει μια πολύ μεγάλη στάση λίγο πριν τη σύγκρουση, που είχε κρατήσει περίπου μία ώρα, γιατί μας είπαν ότι έχει συρμό μπροστά. Γενικά είχε πολύ μεγάλη καθυστέρηση το τρένο και μάλιστα είχα πάρει τηλέφωνο τη μητέρα μου για να της το πω. Λίγη ώρα μετά έκλεισα τα μάτια μου για να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν να πάω να πάρω και ένα νερό από το μπαρ, αλλά έλεγα “τώρα ποιος σηκώνεται; Θα φτάσουμε κάποια στιγμή Θεσσαλονίκη, πού θα πάει”».
Πανικός στο πέμπτο βαγόνι
Η συνέχεια της αφήγησης είναι συγκλονιστική: «Εκείνη τη στιγμή έγινε η σύγκρουση. Εγώ, όπως και οι υπόλοιποι στο βαγόνι, πέσαμε κάτω. Θυμάμαι ότι είχα μια κυρία μπροστά μου που είχε επιβιβαστεί στη Λάρισα και είχε πέσει και εκείνη. Εγώ ήμουν από την αριστερή πλευρά του βαγονιού που είχε γείρει και σηκώθηκα να πάω προς το παράθυρο γιατί όλοι φώναζαν ότι έχει φωτιά. Ηταν έξω χαμηλά, έτσι όπως κοιτούσες προς τα κάτω ήταν το μόνο πράγμα που φαινόταν γιατί είχαν κοπεί τα φώτα.
Επικρατούσε πανικός, κάποιοι φώναζαν, μια κοπέλα έπεσε κάτω. Μια άλλη με έπιασε από τους ώμους και μου φώναζε “καταλαβαίνεις πόσο επικίνδυνο είναι αυτό;”. Εγώ αυτό που έκανα εκείνη τη στιγμή, επειδή δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά, ήταν να πάρω τη μητέρα μου τηλέφωνο».
Η κλήση της Αγγελικής προς τους γονείς της έπεσε σαν «βόμβα», όπως περιγράφει χαρακτηριστικά ο πατέρας της. «Βρισκόμασταν στο σπίτι, βλέπαμε τηλεόραση και χτύπησε το τηλέφωνο της γυναίκας μου την οποία καλούσε η κόρη μου. Οταν μας πήρε ήταν ακόμα μέσα στο βαγόνι. Η γυναίκα μου πανικοβλήθηκε και μου πέταξε στην κυριολεξία το κινητό λέγοντας ότι κάτι φοβερό συμβαίνει. Το παιδί μας έλεγε ότι κάτι έχει γίνει, ότι υπάρχουν φωτιές και από πίσω ακούγαμε φωνές μέσα στο βαγόνι από άλλα παιδιά, από άλλους νέους ανθρώπους οι οποίοι προσπαθούσαν να βγουν και έσπασαν την πόρτα. Εκεί η κόρη μας μάς λέει “σας αφήνω, προσπαθούμε να βγούμε έξω, θα σας πάρω σε λίγο”».
«Η πόρτα δεν ανοίγει»
Για την Αγγελική τα λεπτά που ακολούθησαν τη σύγκρουση έμοιαζαν ατελείωτα. «Πήρα τη μάνα μου και της είπα ότι κάτι είχε γίνει. “Είμαστε κλεισμένοι μέσα στο βαγόνι. Πάρε τηλέφωνο πυροσβεστική, αστυνομία, να έρθει κάποιος να μας βγάλει”. Της είπα επίσης ότι “έχει φωτιά έξω”. Εγώ, επειδή είχε γείρει το βαγόνι μας, νόμιζα ότι έχουμε εκτροχιαστεί. Απλά δεν μπορούσα να εξηγήσω το γιατί. Ενα παιδί προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα. Δεν άνοιξαν όπως γίνεται σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Μετά πήρε αυτά τα σφυράκια που έχει στην άκρη και έσπασε ένα παράθυρο, το οποίο ήταν από την πλευρά που είχε τη φωτιά, οπότε άρχισε να μπαίνει καπνός. Πολλοί ήταν αυτοί οι οποίοι προσπαθούσαν να ανοίξουν την πόρτα για να βγούμε. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόση ώρα πέρασε».
Η περιγραφή της συνεχίζεται και φανερώνει πως οι μνήμες παραμένουν ζωντανές – και, πιθανότατα, δεν θα σβήσουν ποτέ. «Κάποια στιγμή κατάφεραν και άνοιξαν την πόρτα και έτσι μπορέσαμε και βγήκαμε έγκαιρα. Στη σύγκρουση χτύπησα το πόδι μου έτσι όπως έπεσα, αλλά δεν έπαθα κάτι σοβαρό. Κατευθυνθήκαμε προς μια σήραγγα μικρή που είναι σαν γέφυρα και καθίσαμε. Εκεί γύρισα πίσω μου και είδα ότι υπήρχε πολλή φωτιά, μεγαλύτερη από αυτή που είχα δει από μέσα. Εκεί ξαναπήρα τους γονείς μου τηλέφωνο γιατί είχα αγχωθεί ότι θα εκραγεί το τρένο. Ο μπαμπάς μου, που ούτε αυτός μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς είχε γίνει, μου είπε ότι δεν μπορεί να εκραγεί για να με καθησυχάσει. Μετά βγήκαμε στον δρόμο. Ολοι ήταν μπερδεμένοι. Ηρθε αμέσως η αστυνομία με ένα περιπολικό, ωστόσο ούτε αυτοί είχαν καταλάβει είχε γίνει. Δεν μπορούσα καν να διανοηθώ αυτό που είχε συμβεί».
Ο Δημήτρης και η γυναίκα του από το πρώτο τηλεφώνημα και μετά είχαν γεμίσει πανικό και άγχος. «Εκείνα τα δραματικά λεπτά που περιμέναμε από την Αγγελική να μας πάρει τηλέφωνο είχαμε τρομάξει πάρα πολύ και τελικά την πήραμε εμείς. Μας είπε ότι είχε βγει έξω από το βαγόνι. Νομίζω κανείς εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να υπολογίσει το μέγεθος της τραγωδίας αυτής».
Περιμένοντας τη Δικαιοσύνη
Από τότε μέχρι σήμερα, η πληγή παραμένει ανοιχτή για την Αγγελική. «Οι γονείς μου με βρήκαν στη Θεσσαλονίκη τη μεθεπόμενη μέρα. Το διάστημα που ακολούθησε ήταν δύσκολο. Σταμάτησα να πηγαίνω στη σχολή και οι γονείς μου ερχόντουσαν εναλλάξ να με στηρίξουν. Είχα ξεκινήσει ψυχοθεραπεία και αγωγή και μίλαγα μόνο με πολύ κοντινούς μου ανθρώπους. Ακόμα και τώρα υπάρχουν ζητήματα τα οποία με δυσκολεύουν. Φοβάμαι τη φωτιά ακόμα και αν τη μυρίσω, αλλά ανέπτυξα και αγοραφοβία, η οποία με δυσκόλευε ακόμα και όταν πήγαινα σε πορείες για τα Τέμπη».
Η Αγγελική έχει ασκήσει παράσταση υποστήριξης της κατηγορίας στο ποινικό δικαστήριο, ωστόσο, όπως λέει, δεν έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. «Τα Τέμπη αποκαλύπτουν όλες τις αντιφάσεις του κράτους και όλες τις ελλείψεις του. Η πραγματική αντιπολίτευση δεν είναι αυτό που παρουσιάζεται στα βουλευτικά έδρανα και δεν μπορεί να δοθεί λύση με εναλλαγές προσώπων και κομμάτων. Για να το βάλω σε ένα παράδειγμα, όσα λέει ο ΣΥΡΙΖΑ για τα Τέμπη το λέει και η Νέα Δημοκρατία για το Μάτι. Δεν μπορείς να περιμένεις σωτήρες με όποιο προσωπείο και αν αυτοί εμφανίζονται. Το θετικό της υπόθεσης είναι ότι βλέπουμε πως υπάρχει πεδίο πραγματικής αντιπολίτευσης και ανατροπής», καταλήγει.
Φόβος και ματαίωση
Του Γιάννη Χ. Παπαδόπουλου
Περπάταγα να πάω σπίτι το βράδυ που συγκρούστηκαν τα τρένα. Φοιτητής ακόμα. Είχε γλυκάνει ο καιρός εκείνες τις μέρες. Το push notification στο κινητό με σόκαρε: «Σύγκρουση τρένων στα Τέμπη. 11 νεκροί». Ο κολλητός μου τότε ανεβοκατέβαινε συνέχεια Αθήνα – Θεσσαλονίκη με τρένο λόγω της σχέσης του. Γύρισε; Πότε είχε πει θα επέστρεφε; Τέτοιες μέρες, το 2022, είχε εγκλωβιστεί σε τρένο λόγω του χιονιά και είχε βιώσει τη σύγκρουση με ένα άλλο που τραυμάτισε πολλούς επιβάτες. Τις ώρες μετά το δυστύχημα στα Τέμπη δεν τον έβρισκα στο κινητό. Δεν ήξερα ποιο από τα δύο τρένα που συγκρούστηκαν ήταν το επιβατηγό. Υστερα από λίγες ώρες απάντησε. Ηταν καλά, θα επέστρεφε την επομένη.
Οι νεκροί έφτασαν τους 57. Το πρωί μετά το δυστύχημα είχε προγραμματιστεί να εγκαινιαστεί το ανύπαρκτο κέντρο τηλεδιοίκησης στη Λάρισα. Είχαν σταλεί δελτία Τύπου στα ΜΜΕ. Μετά τη σύγκρουση τα δελτία «μαζεύτηκαν». Τα εγκαίνια ματαιώθηκαν. Και για όλα έφταιγε ένας σταθμάρχης. Για το ότι τα τρένα το 2023 κυκλοφορούσαν χωρίς τηλεδιοίκηση βρέθηκε το εύκολο θύμα. Ο χώρος του δυστυχήματος αλλοιώθηκε. Η κυβέρνηση αντιδίκησε με συγγενείς θυμάτων και κοινωνία των πολιτών. Αρνήθηκε στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να ελέγξει τους πρώην υπουργούς Μεταφορών για εγκλήματα που συνδέονταν με την εκτέλεση της περιβόητης σύμβασης. Τρία χρόνια μετά, μένει ο φόβος για κάθε φορά που μπαίνω στο τρένο και μια πηχτή ματαίωση για το ότι το κράτος δεν με προστάτευσε, δεν θέλησε να διερευνηθούν οι αιτίες εις βάθος, δεν έχει ακόμα ασφαλή τρένα. Τρία χρόνια μετά.
Οχι άλλη «εξαΰλωση»
Της Λυδίας Κωτσιαρίδη
Το δυστύχημα στα Τέμπη δεν ήταν απλώς μια τραγωδία· αποκαλύφθηκαν με τον πιο βίαιο τρόπο οι βαθιές ρωγμές σε ένα σύστημα που για χρόνια λειτουργεί με ελλείψεις, καθυστερήσεις και το «πάμε κι όπου βγει…». Γι’ αυτό και η θλίψη για τις 57 ζωές που χάθηκαν συνοδεύεται με οργή, βαριά κι επίμονη.
Θυμάμαι καλά εκείνη τη νύχτα. Ημουν από τους πρώτους που έγραψαν ότι «το πρώτο βαγόνι εξαϋλώθηκε». Πληκτρολογούσα τη λέξη μηχανικά. Δεν είχα ακόμη συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε. Πίσω από αυτή τη λέξη υπήρχαν πρόσωπα, οικογένειες. Και τότε, σαν αστραπή, η σκέψη: Μήπως στο επιβατικό τρένο βρίσκονταν δικοί μου άνθρωποι; Μήπως κάποιο γνώριμο πρόσωπο ταξίδευε εκείνη τη νύχτα; Κάποιοι φίλοι μου επέλεγαν συχνά το τρένο για να πηγαινοέρχονται στη Θεσσαλονίκη. Για λίγα λεπτά ο φόβος με κατέκλυσε… Ενας φόβος ωμός, ο οποίος σύντομα μετεξελίχθηκε σε οργή. Οργή που δεν καταλαγιάζει. Γιατί στη θέση των νέων ανθρώπων που σκοτώθηκαν ακαριαία ή κάηκαν, θα μπορούσε να ήμουν εγώ. Ο αδελφός μου. Οι φίλοι μου. Οποιοσδήποτε από εμάς. Οργή για ό,τι ακόμη παραμένει εύθραυστο, εκτεθειμένο, απροστάτευτο. Για την ευθύνη που δεν αναλήφθηκε, για τα αυτονόητα που δεν υφίστανται, να μη λαμβάνονται οι ζωές μας αψήφιστα. Να μη θεωρείται η ασφάλεια πολυτέλεια.
Η 28η Φεβρουαρίου είναι μια σαφής υπενθύμιση ευθύνης προς όσους ασκούν εξουσία, καθώς η κοινωνία δεν αντέχει άλλη «εξαΰλωση» – ούτε βαγονιών, ούτε εμπιστοσύνης.
Πού είναι οι χιλιάδες;
Του Γιώργου Σχοινά
Τρία χρόνια μετά το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών, αυτό που έχει μείνει είναι ένα μούδιασμα στο στομάχι συνοδευόμενο από την ανάμνηση μιας βαριάς βουβαμάρας που επικρατούσε εκείνες τις ημέρες στη Θεσσαλονίκη. Την ομίχλη που πολλές φορές σκεπάζει τη Νύμφη του Θερμαϊκού είχε αντικαταστήσει ένα πέπλο πένθους και το αίσθημα ότι όλοι είχαμε κάποιον φίλο, γνωστό ή συγγενή που ήταν στο μοιραίο τρένο.
Θυμάμαι μια ημέρα μετά το δυστύχημα στα φοιτητικά στέκια στη Ροτόντα – που συνήθως είναι συνδυασμένα με συναισθήματα χαράς – παρέες να κλαίνε αγκαλιασμένες. Και στις μεγάλες συγκεντρώσεις και πορείες που ακολούθησαν και γίνονταν καθημερινά, να βλέπω ανθρώπους που δεν είχαν ξανά διαδηλώσει ποτέ. Στον δρόμο, παρά τα δυνατά συνθήματα, πρωταγωνιστούσε η σιωπή. Εκείνες τις ημέρες, όλες οι πορείες κατέληγαν στο κτίριο του ΟΣΕ, στον σιδηροδρομικό σταθμό όπου θα έφτανε η μοιραία αμαξοστοιχία. Μέσα είχε στηθεί ένα αυτοσχέδιο μνημείο με λουλούδια, φωτογραφίες και κεράκια στη μνήμη των 57 θυμάτων.
Ενα σφίξιμο δίνει τη θέση του στο αίσθημα χαράς για την άφιξη στη μητέρα – πόλη κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί. Τρία χρόνια μετά, εκείνες οι ημέρες μοιάζουν μακρινές. Είναι ρομαντικά και στενάχωρα άγνωστο το πού βρίσκονται σήμερα εκείνοι οι χιλιάδες άνθρωποι που ένιωσαν την ανάγκη να διαδηλώσουν για αυτό που έγινε, όπως και οι εκατοντάδες άλλοι που έχασαν δικούς τους ανθρώπους. Είναι βέβαιο όμως, ότι η ψυχή τους είναι χαραγμένη από το τραύμα της 28ης Φεβρουαρίου 2023.






