Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αποκάλυψε λεπτομέρειες από τις διαπραγματεύσεις του με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ σχετικά με τη σύγκρουση με το Ιράν, επιβεβαιώνοντας ότι το Πεκίνο δεν θα προμηθεύσει όπλα στην Τεχεράνη.
Η Κίνα έχει επανειλημμένα καλέσει σε αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, προειδοποιώντας για ενέργειες που θα μπορούσαν να απειλήσουν τις διεθνείς εμπορικές ροές και τη συνολική οικονομική σταθερότητα. Το Πεκίνο επιμένει στην ανάγκη επίλυσης των διαφορών μέσω διαλόγου και αντιτίθεται σε κάθε μορφή μονομερούς στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Σύμφωνα με αναλυτές, η φερόμενη διαβεβαίωση του Σι σχετικά με τις αποστολές όπλων πιθανόν στοχεύει στη μείωση των ανησυχιών της Δύσης για τις στρατηγικές σχέσεις της Κίνας με το Ιράν. Η στάση αυτή εκδηλώνεται σε μια περίοδο που το Πεκίνο βρίσκεται ήδη σε ένταση με την Ουάσιγκτον για ζητήματα όπως το εμπόριο, η Ταϊβάν και οι περιορισμοί στην προηγμένη τεχνολογία.
Σε συνέντευξή του στο Fox News την Πέμπτη, ο Τραμπ υποστήριξε ότι ο Σι Τζινπίνγκ δεσμεύτηκε πως η Κίνα «δεν πρόκειται να δώσει στρατιωτικό εξοπλισμό» στο Ιράν. Ο Αμερικανός πρόεδρος σημείωσε: «Αυτή είναι μια μεγάλη δήλωση. Μου το είπε σήμερα», προσθέτοντας ότι ο Κινέζος ηγέτης το εξέφρασε «με πολύ κατηγορηματικό τρόπο».
HANNITY: Did you discuss China’s support for Iran with Xi?
TRUMP: We discussed it. Uhhhh. I mean, when you say ‘support,’ they’re not fighting a war with us or anything. He said he’s not gonna give military equipment. That’s a big statement. But at the same time he said they buy… pic.twitter.com/Lq677uoCfG
— Aaron Rupar (@atrupar) May 14, 2026
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Κίνα, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι το Πεκίνο συμφώνησε να συνδράμει τις Ηνωμένες Πολιτείες στον πόλεμο με το Ιράν. Παράλληλα, οι δύο χώρες τόνισαν τη θέση τους ότι η Τεχεράνη δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Νωρίτερα, ο Λευκός Οίκος είχε ανακοινώσει πως ο Τραμπ είχε μια «καλή συνάντηση» με τον Κινέζο πρόεδρο στο Πεκίνο. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, οι δύο ηγέτες συζήτησαν την ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας και την ευρύτερη πρόσβαση των αμερικανικών επιχειρήσεων στην κινεζική αγορά.






