Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επανήλθε την Παρασκευή με μια νέα αιχμηρή τοποθέτηση για το εμπόριο, ανακοινώνοντας την πρόθεσή του να αυξήσει στο 25% τους δασμούς στα οχήματα που εισάγονται στις ΗΠΑ από την ΕΕ «την επόμενη εβδομάδα». Ο Τραμπ κατηγόρησε τις Βρυξέλλες ότι δεν τηρούν τη διμερή εμπορική συμφωνία που έχει συναφθεί μεταξύ των δύο πλευρών.
Σε ανάρτησή του στο Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε «πολύ ικανοποιημένος» με το νέο αυτό μέτρο, υποστηρίζοντας ότι η ΕΕ «δεν συμμορφώνεται με την εμπορική συμφωνία» που υπέγραψε με τις ΗΠΑ το καλοκαίρι. Το μήνυμά του εντάσσεται στη συνεχιζόμενη σκληρή γραμμή που ακολουθεί απέναντι στους εμπορικούς εταίρους της Ουάσινγκτον.
Στο στόχαστρό του βρέθηκαν τόσο τα αυτοκίνητα όσο και τα βαρέα οχήματα, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει ποιες κατηγορίες αφορά η σχεδιαζόμενη αύξηση. «Είναι πλήρως κατανοητό και συμφωνημένο ότι, αν κατασκευάζουν αυτοκίνητα και φορτηγά σε εργοστάσια που βρίσκονται στις ΗΠΑ, δεν θα επιβάλλονται δασμοί», τόνισε ο Τραμπ.
Η ανακοίνωση ήρθε λίγες ημέρες μετά τη δημόσια αντιπαράθεσή του με τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς σχετικά με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, γεγονός που προσέθεσε ένταση στις σχέσεις Ουάσινγκτον – Βερολίνου.
Κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στη Φλόριντα, λίγες ώρες μετά την ανάρτησή του, ο Τραμπ ανέφερε ότι είχε «ενημερώσει την πολύ όμορφη χώρα της Γερμανίας» για την απόφασή του, κατηγορώντας τις εταιρείες Mercedes και BMW ότι «εξαπατούσαν» τους Αμερικανούς «για χρόνια».
Η Γερμανία, που διαθέτει μία από τις ισχυρότερες αυτοκινητοβιομηχανίες παγκοσμίως, εξήγαγε περίπου 450.000 οχήματα στις ΗΠΑ πριν ο Τραμπ επιστρέψει στην εξουσία, σύμφωνα με τη γερμανική ομοσπονδία αυτοκινητοβιομηχανίας (VDA).
Διαφωνίες για τους δασμούς
Ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος έχει κάνει τους δασμούς βασικό εργαλείο της οικονομικής και διπλωματικής του πολιτικής. Έχει ήδη επιβάλει μέτρα σε τομείς όπως τα αυτοκίνητα και ο χάλυβας, επιδιώκοντας να διατηρήσει σε ισχύ σχεδόν όλους τους δασμούς που έχουν ανακοινωθεί, παρά την πρόσφατη αντίθετη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ.
Μετά από μήνες διαπραγματεύσεων, οι ΗΠΑ και η ΕΕ κατέληξαν τον Ιούλιο σε συμφωνία που περιορίζει τους δασμούς στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα και ανταλλακτικά στο 15% από 25%. Παρόμοια συμφωνία πέτυχαν και η Ιαπωνία με τη Νότια Κορέα. Σε αντάλλαγμα, η ΕΕ δεσμεύτηκε να ακυρώσει τους περισσότερους δασμούς που επιβάλλει στα αμερικανικά προϊόντα, ωστόσο η επικύρωση της συμφωνίας από τα κράτη μέλη δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Η πρώην υψηλόβαθμη αξιωματούχος των ΗΠΑ, Γουέντι Κάτλερ, ανέφερε ότι ο Τραμπ «έχει ξεκάθαρα χάσει την υπομονή του» και επιδιώκει να ασκήσει πίεση στις Βρυξέλλες ώστε να επισπευστούν οι διαδικασίες.
Από την πλευρά της, η αντιπροσωπεία της ΕΕ στην Ουάσινγκτον δήλωσε στο AFP ότι «εφαρμόζει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε» προς την Ουάσινγκτον «σύμφωνα με τις συνήθεις νομοθετικές πρακτικές». Προειδοποίησε επίσης ότι, αν οι ΗΠΑ δεν τηρήσουν τη συμφωνία, «θα διατηρήσουμε όλες τις επιλογές ανοιχτές για να προστατεύσουμε τα συμφέροντα της ΕΕ».
Ευρωπαϊκή δυσπιστία και γεωπολιτικές εντάσεις
Στα τέλη Μαρτίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε την εφαρμογή της εμπορικής συμφωνίας, αλλά έθεσε αυστηρούς όρους, χαρακτηρίζοντάς την άνιση και εκφράζοντας βαθιά δυσπιστία προς τον Αμερικανό πρόεδρο. Την τελική απόφαση καλούνται πλέον να λάβουν τα κράτη μέλη της Ένωσης.
Παράλληλα, ο Τραμπ εμφανίζεται ενοχλημένος από τη στάση των Ευρωπαίων συμμάχων, τους οποίους κατηγορεί ότι δεν συνεισφέρουν επαρκώς στην ισραηλινοαμερικανική επίθεση κατά του Ιράν, ούτε στην ασφάλεια του στρατηγικού Στενού του Ορμούζ, που παραμένει υπό τον έλεγχο της Τεχεράνης.





