Η ευρεία ανταπόκριση που προκάλεσε το προηγούμενο άρθρο με τίτλο «Η σιωπηρή κρίση της εκπαίδευσης: από τη γλωσσική αποδυνάμωση στην εποχή των καταγγελιών» δεν άφησε περιθώρια παρερμηνείας: πίσω από τις επιμέρους διαφωνίες, αναδύθηκε μια κοινή αγωνία για το μέλλον της εκπαίδευσης. Εκπαιδευτικοί και γονείς περιέγραψαν μια πραγματικότητα γεμάτη ένταση, αμφισβήτηση και κόπωση, όπου η εμπιστοσύνη στο σχολείο φαίνεται να έχει διαρραγεί. Όμως, πέρα από τις συγκρούσεις της καθημερινότητας, τίθεται ένα βαθύτερο ερώτημα: μήπως η κρίση που βιώνουμε δεν αφορά μόνο τις σχέσεις μέσα στην τάξη, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα της γνώσης; Μήπως, πριν ακόμη χαθεί η τάξη στο σχολείο, έχει ήδη αλλοιωθεί ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη μάθηση; Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, η συζήτηση μετατοπίζεται από τα συμπτώματα στην αιτία — από τη διαχείριση της σχολικής πραγματικότητας στη σταδιακή υποκατάσταση της γνώσης από την πληροφορία.

Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία φαίνεται να διανύει μια περίοδο βαθιάς μετάβασης, κατά την οποία η εκπαίδευση, η γλώσσα και ο τρόπος σκέψης μετασχηματίζονται ριζικά υπό την πίεση νέων κοινωνικών και τεχνολογικών συνθηκών. Στο επίκεντρο αυτής της αλλαγής βρίσκεται η σταδιακή μετατόπιση από τη γνώση προς την πληροφορία: η εμβάθυνση και η κατανόηση υποχωρούν, ενώ η ταχύτητα, η αποτελεσματικότητα και η άμεση χρησιμότητα αναδεικνύονται σε κυρίαρχες αξίες. Η παιδεία, αντί να λειτουργεί ως μέσο καλλιέργειας της σκέψης και της προσωπικότητας, προσαρμόζεται ολοένα και περισσότερο σε ένα εργαλειακό μοντέλο, όπου η αξία της μετριέται με όρους επαγγελματικής αποκατάστασης.

Η γνώση χάνει την αυταξία της

Σε αυτό το πλαίσιο εξηγείται και η εμφανής υποχώρηση των ανθρωπιστικών και φιλολογικών σπουδών. Οι νέοι στρέφονται σε αντικείμενα που υπόσχονται οικονομική ασφάλεια και άμεση απορρόφηση στην αγορά εργασίας, ενώ η φιλολογία —συνδεδεμένη με τη γλωσσική καλλιέργεια, την ερμηνεία και την κριτική σκέψη— θεωρείται λιγότερο «χρήσιμη». Η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς ατομική, αντανακλά μια ευρύτερη κοινωνική μετατόπιση αξιών, όπου η γνώση χάνει την αυταξία της και αξιολογείται με βάση την πρακτική της απόδοση.

Παράλληλα, η κυριαρχία της ψηφιακής επικοινωνίας και της εικόνας επηρεάζει βαθιά τη σχέση των νέων με τη γλώσσα. Η συνεχής έκθεση σε σύντομα, αποσπασματικά μηνύματα περιορίζει την ανάγκη για σύνθετη έκφραση και καλλιεργεί έναν τρόπο σκέψης επιφανειακό και κατακερματισμένο. Οι νέοι καλούνται να διαχειρίζονται τεράστιους όγκους πληροφοριών, χωρίς όμως να διαθέτουν πάντα τα εργαλεία για την ουσιαστική τους επεξεργασία. Έτσι, η σκέψη μετατρέπεται σε διαδικασία επιλογής και όχι κατανόησης, ενώ η γλώσσα χάνει τον ρόλο της ως μέσο ερμηνείας του κόσμου.

Η κατάσταση αυτή αποτυπώνεται έντονα και στο επίπεδο της εκπαίδευσης. Η διεύρυνση της πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση, αν και θετική ως προς τη δημοκρατικότητα, δεν συνοδεύτηκε πάντοτε από αντίστοιχη έμφαση στην ποιότητα της μάθησης. Ως αποτέλεσμα, πολλοί φοιτητές εισέρχονται στα πανεπιστήμια χωρίς επαρκείς γλωσσικές και γνωστικές δεξιότητες. Η δυσκολία

κατανόησης κειμένων και η περιορισμένη εκφραστική ικανότητα δεν αντιμετωπίζονται συστηματικά, αλλά συχνά παρακάμπτονται, ενισχύοντας μια κουλτούρα αποστήθισης αντί ουσιαστικής κατανόησης.

Λιγότερη σκέψη, πιο ευάλωτη δημοκρατία

Ωστόσο, η κρίση αυτή δεν είναι μόνο εκπαιδευτική, είναι βαθιά κοινωνική και πολιτική. Ο Johan Norberg, στο βιβλίο του Peak Human (2025), εξετάζει γιατί ορισμένες εποχές γνώρισαν τεράστια άνθηση πολιτισμού και γνώσης, αλλά και γιατί τελικά παρακμάζουν. Δείχνει ότι οι «χρυσές εποχές» της ιστορίας χαρακτηρίζονται από άνοιγμα στις ιδέες, στην καινοτομία και στην ανταλλαγή γνώσης, ενώ η παρακμή τους συνδέεται με την εσωστρέφεια, τον φόβο και τον περιορισμό της ελευθερίας σκέψης. Με άλλα λόγια, οι κοινωνίες δεν καταρρέουν κυρίως από εξωτερικούς κινδύνους, αλλά όταν χάνουν την εμπιστοσύνη στις ίδιες τους τις αξίες.

Η διαπίστωση αυτή συνδέεται άμεσα με τη σημερινή κρίση της γλώσσας και της κατανόησης. Όταν οι πολίτες δυσκολεύονται να κατανοήσουν σύνθετα κείμενα ή να αξιολογήσουν επιχειρήματα, καθίστανται ευάλωτοι σε απλουστευτικές ερμηνείες και χειραγώγηση. Ο δημόσιος διάλογος γίνεται πιο επιφανειακός και συγκρουσιακός, ενώ η δημοκρατία —που στηρίζεται στη λογική, τη γλώσσα και την κριτική σκέψη— αποδυναμώνεται. Έτσι, η γλωσσική κρίση μετατρέπεται σε κρίση δημοκρατίας.

Οι ανησυχίες αυτές δεν είναι καινούργιες. Ήδη ο Σωκράτης είχε επισημάνει ότι η παρακμή μιας κοινωνίας αρχίζει όταν αντιστρέφονται οι βασικές της αξίες: όταν ο θόρυβος υπερισχύει της σκέψης, όταν οι αδίστακτοι προβάλλονται περισσότερο από τους έντιμους, όταν η φήμη αποκτά μεγαλύτερη σημασία από τον χαρακτήρα και όταν η ηθική γίνεται αντικείμενο επίδειξης αντί ουσιαστικής στάσης ζωής. Οι διαπιστώσεις αυτές, παρότι διατυπώθηκαν πριν από αιώνες, μοιάζουν να αντανακλούν με ανησυχητική ακρίβεια σύγχρονες κοινωνικές πραγματικότητες.

Η απομάκρυνση των νέων από τη γλώσσα και τη φιλολογία, η υποβάθμιση της παιδείας και η κυριαρχία της πληροφορίας έναντι της γνώσης συνθέτουν μια εικόνα κοινωνίας που κινδυνεύει να χάσει την πνευματική της συνοχή. Όπως υποδηλώνει και η ανάλυση του Norberg, η μεγαλύτερη απειλή δεν βρίσκεται έξω από την κοινωνία, αλλά μέσα της: στην απώλεια της κριτικής σκέψης, της γλωσσικής καλλιέργειας και της πίστης στις αξίες της ελευθερίας και του πλουραλισμού. Η πρόκληση της εποχής δεν είναι να αρνηθεί την τεχνολογική πρόοδο, αλλά να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της παιδείας και της γλώσσας, ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία ανάμεσα στην πληροφορία και την κατανόηση. Μόνο έτσι μπορεί να διαμορφωθεί μια κοινωνία όχι μόνο πιο αποτελεσματική, αλλά και πιο συνειδητή, ουσιαστική και δημοκρατική.

Δρ Γεωργία Ρογάρη

Φιλόλογος, Καθηγήτρια – Σύμβουλος Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000