Είναι μεγάλη η χαρά ύστερα από πενήντα χρόνια να ζούνε και οι τρεις πρωταγωνιστές ενός ιστορικού ή καλλιτεχνικού γεγονότος. Πού να φανταζόταν αλήθεια ο Σταύρος Ξαρχάκος ποιος ή μάλλον ποια έμπαινε στο σπίτι του για να πάρει συνέντευξη από τη μητέρα του! Αλλά πού να φανταζόταν και η Κική Δημουλά ποια θα ήταν στη συνέχεια η εξέλιξή της ως ποιήτριας. Είμαστε στις αρχές του 1965 και η υπάλληλος –τότε – της Τραπέζης της Ελλάδος Κική Δημουλά παίρνει συνέντευξη από τη συνάδελφό της, την Ντόρα Κανακάρη, που συμβαίνει να είναι η μητέρα του Σταύρου Ξαρχάκου, ύστερα από μια άκρως επιτυχημένη συναυλία του γιου της. Από τα εκκωφαντικότερα αποτελέσματα της αναδίφησης, η συνέντευξη αυτή ας είναι μια αφορμή να θυμηθούμε την τραγουδίστρια και ηθοποιό Ζωή Φυτούση, που έχει ερμηνεύσει συγκλονιστικά το «Τα δάκρυά μου είναι καυτά». Ο Θεός να την παραστέκει στη σημερινή της περιπέτεια.

Κοντά βραδάκι πια, έφθασα στο 63 της Θεμιστοκλέους. Ανεβαίνω στον τέταρτο όροφο, χτυπάω το κουδούνι, σε ρε μείζον, περιμένω, ακούγεται από μέσα μια πόρτα ουν πόκο σοστενούτα, ύστερα κάτι βήματα αλέγκρα, νον τρόπο, μα κον μπρίο και η Ντόρα Κανακάρη, αυτή που έφερε στον κόσμο τον Σταύρο Ξαρχάκο, μου ανοίγει. Με αναγνωρίζει, με καλοδέχεται, συνέρχομαι, μπαίνω, κάθομαι, στρογγυλοκάθομαι, εκείνη μαζεύει κάτι χαρτιά πάνω από το τραπέζι. «Μήπως την ενοχλώ;». «Καθόλου, είχε αρχίσει κάποτε να μαθαίνει ιταλικά και τώρα τα ξανάπιασε, περνάει και η ώρα…». Την παρατηρώ και παρατηρώντας την ανησυχώ: παραείναι νέα… Θες να μην είναι αυτή η μαμά του; Αλλά καθώς ξεθαρρεύει το βλέμμα μου και ψαχουλεύει το δωμάτιο, σκοντάφτει στα μιλιούνια τις φωτογραφίες του συνθέτη τού «Εξι συν έξι», ησυχάζω. Κάθε φωτογραφία και άλλη στάση, και άλλη στιγμή, εδώ παίζει πιάνο, εδώ δίνει αυτόγραφο, εκεί διευθύνει, σε όλες το ίδιο πείσμα στο στόμα και στο βλέμμα, ένα πείσμα, ένας θυμός, μια θέληση. Το δυνατό αυτό σημάδι με βοηθάει να τον αναγνωρίσω και σε άλλες φωτογραφίες, άλλης, μικρότερης ηλικίας. Υπάρχει και εκεί εντονότατο. Σε μια φωτογραφία καμαρώνει γαμπρός.

–Δεν μένει εδώ; ρωτάω δείχνοντάς τον.
–Οχι… Παντρεύτηκε και μένει στο δικό του σπίτι. Εδώ κοντά… Να σας το δείξω, απ’ το παράθυρο φαίνεται…
Σηκωνόμαστε και οι δύο, ανοίγει το παράθυρο :
–Βλέπετε εκεί ψηλά, το μεγάλο σπίτι με τα τρία φωτισμένα παράθυρα; Εκεί. Είναι μεγάλο παλιό σπίτι, για να μπορεί να εργάζεται…
Ξανακαθόμαστε, δύο από τα φωτισμένα παράθυρα έχουν μεταφερθεί στα μάτια της. «Στη βράση κολλάει το σίδερο» συλλογίζομαι. Και ορμάω:
–Θα σας έκανε κέφι, κυρία Κανακάρη, να μου μιλήσετε λίγο για τον γιο σας, για τα πρώτα του χρόνια, τις πρώτες του ανησυχίες, πότε τού άνοιξε ο κόσμος των ήχων;
Περιμένω να μου πει ότι έγραψε το πρώτο του τραγούδι όταν ακόμη ήταν έμβρυο. Εμείς οι μητέρες… Αλλά η κυρία Κανακάρη με απογοητεύει. Δεν λέει τίποτα τέτοιο, είναι πολύ πρωτότυπη μητέρα. Χαμογελάει, απαντάει με ένα «Αχ!», κι εγώ μητέρα είμαι, είπα κι εγώ: «Αχ!» και επανήλθα:
–Πότε εξεδήλωσε την κλίση του στη μουσική ;
–Αν θεωρηθεί εκδήλωση ότι στα μικρά του χρόνια έψελνε από το πρωί ώς το βράδυ… Ολη τη Λειτουργία απέξω… Αυτό το τραπεζάκι που βλέπετε εδώ το έκανε αυτός Αγία Τράπεζα και λειτουργούσε… Είχε πολύ ωραία φωνή, θαυμάσια φωνή… Και πού τον έχανες, πού τον έβρισκες, στην εκκλησία!.. Οσο δεν πατάει τώρα… Σαν μεγάλωσε λίγο, θα ‘τανε δεν θα ‘τανε δέκα χρονών, αν θυμάμαι τώρα και καλά, έπαιρνε από κοντά τη μητέρα μου που ζούσε μαζί μας και την ξεμονάχιαζε να του τραγουδήσει.
–Ωστε της μητέρας σας δώρο είναι αυτό;
–Βέβαια. Αλλωστε και ο ίδιος το αναγνωρίζει. Κι αν πάτε στο σπίτι του, τη φωτογραφία της γιαγιάς του θα δείτε πάνω στο πιάνο. Τους θυμάμαι –α, τι μου θυμίζετε τώρα… –και τους δύο κλεισμένους στην κουζίνα να τραγουδάνε, και τη μητέρα μου να του παίζει κιθάρα. Επαιζε τέλεια κιθάρα εκείνη και στα δώδεκά του χρόνια ακόμη τελειότερα εκείνος. Κι εγώ…
–Υπερήφανη;
–Καθόλου. Πολύ ανήσυχη. Οσο περνούσε ο καιρός τόσο χειροτέρευαν τα πράματα από το δικό μου πρίσμα, και για τότε φυσικά… Αδιαφορούσε εντελώς για το σχολείο. Με τη δική μου γκρίνια, τις δικές μου φωνές και τα μαλώματα κατάφερε και το ‘βγαλε. Ούτε ξέρω πόσες φορές το ‘βγαλα κι εγώ μαζί του. Μ’ έψησε, μ’ έψησε… Αν ήξερα από τότε ότι υπήρχε πράγματι ταλέντο, ίσως είχα αποφύγει όλη αυτή την αγωνία…
–Εν τω μεταξύ…
–Εν τω μεταξύ κι αυτός και η μητέρα μου μ’ έτρωγαν να του αγοράσω μια καινούργια κιθάρα. Εκαμα οικονομίες, του αγόρασα την κιθάρα…
–Κι έπεσε σ’ αυτήν με τα μούτρα…
–Ούτε αυτό. Η κύρια, η πιο χρονοφάγος απασχόλησή του ήταν να χαζεύει, να αφαιρείται, να ρεμβάζει. Ηταν για μένα το μεγαλύτερο μαρτύριό μου να τον βλέπω να ξεχνιέται εκεί στο ντιβάνι με τις ώρες, να χάνεται, να σκέφτεται, να σκέφτεται…
–Τι σκεφτότανε; Δεν σας έλεγε;
–Ποτέ δεν μου είπε, ποτέ δεν έμαθα. Κλειστό παιδί, μελαγχολικό, δύσκολο παιδί. Εγώ πάλι, κάθε που τον έβλεπα σ’ αυτή τη χαύνωση –κυριολεκτικά –φώναζα: «Πού θα πάει, βρε παιδί μου, αυτό το χάλι; Τίποτα δεν θα κάμεις εσύ στη ζωή σου; Αχ, τίποτα δεν θα γίνεις, τίποτα! Να μου το θυμάσαι. Αν βγω ψεύτρα, να μου φορέσεις ράσο!».
–Εκείνος;
–Απτόητος. Κάποτε, θυμάμαι, μου απάντησε: «Αν δεν γίνω αυτό που θέλω, θα γίνω δεσπότης!». Κρατούσε ημερολόγιο. Μια φορά πήρα την απόφαση να το ανοίξω κι έπεσα σε μια σελίδα που έγραφε: «Η μάνα μου λέει, αν γίνω τίποτα στη ζωή μου, να της φορέσω ράσο. Θα της το φορέσω». Αυτά μόνο έφθασαν ώς εμένα από την παιδική σφιχτή καρδιά του.
–Και η μουσική;
–Εγώ την εμπόδιζα με κάθε τρόπο, αλλά αυτή δούλευε, φαίνεται, μέσα του. Η μητέρα μου, αντίθετα, και μια στενή μας φίλη, η κυρία Καίτη Οικονομίδου, αδελφή του Φιλοκτήτη Οικονομίδη, με πίεζαν να τον γράψω στο Ωδείο. Η κυρία Οικονομίδου, σαν δασκάλα του πιάνου, σαν που είχε, πώς να πω, μουσική αίσθηση, είχε διαπιστώσει, ακούγοντας τον Σταύρο, κάποια αξία και επέμενε εντονότερα. Αλλά εγώ σκεφτόμουνα πως αν αρχίσουν τα Ωδεία δεν τον ξαναβλέπει το θρανίο. Τουλάχιστον, έλεγα, ας πάρει έστω κι αυτό το μικρό χαρτί, αυτή τη μικρή εξασφάλιση… Ε, κι όταν έδωσε ο Θεός και τέλειωσε, τον έγραψα.
–Φαντάζομαι τη χαρά του…
–Λάθος φαντάζεστε. Γιατί τίποτα δεν τον ευχαριστούσε απόλυτα και για πολύ. Τι να υποθέσω; Οτι όλα αποδείχνονταν, όταν τα αποκτούσε, μικρά για τις προσδοκίες του; Δεν ξέρω. Εγώ πάντως, έπειτα από κάθε εκπλήρωση επιθυμίας του, με τα μούτρα κατεβασμένα τον θυμάμαι… Οσο για το Ωδείο, για να κλείνω το θέμα της περίεργης και τόσο οδυνηρής για μένα αστάθειάς του, σας λέω ότι κάθησε μόνο ενάμιση χρόνο. Το παράτησε. Μη με ρωτήσετε γιατί. Τον στένευαν οι κανόνες; Πετούσε ψηλότερα; Χαμηλότερα; Δεν ξέρω. Είναι πάντως βέβαιο ότι οι δάσκαλοί του στο Ωδείο τού αναγνώριζαν δυνατό ταλέντο, προφήτευαν μεγάλες επιτυχίες. Ετσι τράβηξα ακόμα μια λύπη.
–Και η μουσική;
–Η μουσική; Τίποτα δημιουργικό. Με λίγα μαθήματα πιάνου που είχε πάρει από την κυρία Οικονομίδου είχε καταφέρει να παίζει θαυμάσια πιάνο, με το αφτί βέβαια. Και σήμερα ακόμα, αμφιβάλλω αν μπορεί να παίξει με νότες. Αυτό όμως δεν εμπόδιζε τη δασκάλα τού πιάνου στο Ωδείο να τον προορίζει για σολίστ. Αλλά και εκεί η ίδια μοίρα. Ούτε εξετάσεις για να περάσει στην άλλη χρονιά δεν πήγε να δώσει. Αλλά επιθυμούσε διακαώς να αποκτήσει δικό του πιάνο. Αν για την αγορά της κιθάρας έκαμα οικονομίες, καταλαβαίνετε τι χρειάστηκε να κάμω για την αγορά ενός πιάνου. Ωστόσο, το απόχτησε το πιάνο του.
–Και τότε, μήπως άρχισε να συνθέτει;
–Βιάζεστε… Μισή ώρα έπαιζε πιάνο και δέκα ώρες ρέμβαζε, ξεχνιότανε, χανότανε. Τώρα, απ’ όσα άκουσα, απ’ όσα διαισθάνθηκα και απ’ όσα ομολόγησε, εξηγώ αυτό το παίδεμά του –γιατί παιδεμός είναι μια τέτοια χρόνια σιωπή –σαν μια πάλη ενάντια σε ό,τι τον εμπόδιζε να γράψει συμφωνική μουσική. Αυτό είναι το όνειρό του, και την ελαφρά μουσική ως σκαλί μάλλον τη βλέπει. Τουλάχιστον έτσι λέει, έτσι ελπίζει.
–Και πότε άρχισε να συνθέτει;
–Γύριζε πάντα νωρίς στο σπίτι. Ενα βράδυ άργησε. Ανησύχησα. Τον ρώτησα πού ήταν. Και τότε μου ομολόγησε ότι έγραφε τη μουσική για το «Πάρτυ», το έργο που παίχτηκε στο Θέατρο Πορεία.
–Και τι σχέση είχε η αργοπορία με τη μουσική που έγραφε;
–Μα την έγραφε παρακολουθώντας τις δοκιμές. Ετσι έκαμε και για τα «Κόκκινα Φανάρια», το «Ταξίδι», το «Κόκκινο φθινόπωρο», το «Αμόκ», το «Τετράγωνο» που προβλήθηκε όπως θα είδατε και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και άλλα, πού να τα θυμάμαι όλα…
–Είναι κι ένα σωρό δίσκοι… Ετοιμάζει τώρα τίποτα;
–Τώρα γράφει τη μουσική για τη «Σταχτοπούτα», μια ταινία της Βουγιουκλάκη. Και το πιο σπουδαίο γι’ αυτόν: μια καντάτα με δύο ελεγείες… Να δούμε…
–Και για να εξαντλήσουμε τα πρόσφατα, η συναυλία του;
–Τι να σας πω για τη συναυλία; Νομίζω ότι τα είπαν ο ίδιος και ο Τύπος, που είναι και οι δύο πιο αρμόδιοι, πιο ειδικοί από μένα…
–Τουλάχιστον μια απορία μου φωτίστε: με ποια πείρα, με ποιο προηγούμενο, διηύθυνε τόσο καλά την ορχήστρα;
–Είναι πολύ αστείο, αστεία πείρα. Από μικρός κλεινόταν στο δωμάτιο όπου είχαμε το ραδιόφωνο. Επαιρνε στα χέρια του έναν χάρακα, άκουγε τη μουσική και κουνούσε τα χέρια του με τις ώρες… Και πολλές φορές φώναζε: «Θέλω να γίνω μαέστρος!». Αλλο προηγούμενο δεν υπάρχει. Εκτός από τις σχετικές πρόβες την τελευταία βδομάδα.
–Φυσικά, πήγατε στη συναυλία…
–Ερώτηση!
–Τρακ είχε; Τα μητρικά σας μάτια θα μπορούσαν να το διακρίνουν και κάτω από τη μεγαλύτερη αταραξία ακόμα…
–Ναι, μα μην ξεχνάτε και το δικό μου τρακ. Που έγινε ακόμα μεγαλύτερο όταν τον είδα να βγαίνει στη σκηνή με την πλάτη!.. Αλλά σε λίγο συνήλθε. Είχε επιτυχία, είχε επιτυχία. Κι αυτό γίνεται πιο συγκινητικό γιατί είναι αυτοδημιούργητος. Μόνος του, χωρίς σχέσεις και χωρίς γνωριμίες, κατάφερε ό,τι κατάφερε…
–Πώς επέδρασαν απάνω του τα χειροκροτήματα, ο ενθουσιασμός, που έμαθα πως ήταν μεγάλος; Τουλάχιστον αυτή τη φορά ήταν ευχαριστημένος;
–Αν κρίνω από το πώς με αγκάλιασε και απ’ ό,τι μου ψιθύρισε, ναι, πρέπει να ήταν.
–Τι σας ψιθύρισε, αν δεν το παράκανα σε αδιακρισίες;
–«Θα στο φορέσω το ράσο!» μου είπε. Μου το φυλάει ακόμα…
–Μήπως υπάρχει κανένας δίσκος να μου βάλετε ν’ ακούσω;
Περισσότερο, φυσικά, για να ιδώ τις αντιδράσεις της…
–Ενας μου απόμεινε… Τους πήρε όλους. Τους παίρνει, τους φέρνει, τους ξαναπαίρνει. Τσαπατσούλης, Θεέ μου!.. Να, τούτος εδώ μόνο υπάρχει,«Τα δάκρυά μου είναι καυτά»… Να τον βάλουμε…
–Στίχους έγραψε ποτέ για τη μουσική του;
Μου γνέφει «όχι», ενώ συγχρόνως φέρνει το δάχτυλο στο στόμα, να γίνει ησυχία, γιατί ο δίσκος γυρίζει, το τραγούδι ακούγεται, θέλει να το απολαύσει…
«Τα δάκρυά μου είναι καυτά. Μου κάψαν το μαντίλι…»
Η Ντόρα Κανακάρη βουρκώνει. Τα δάκρυά της δεν ξέρω αν είναι καυτά. Πάντως στάζουν αργά, παθητικά, ζεστά, μέσα από τις αργές, παθητικές, ζεστές νότες της μουσικής τού γιου της.
ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail